Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

Τῇ Ὑπερμάχῳ: ποια ήταν η Υπέρμαχος Στρατηγός του Βυζαντίου;


Πάντα για μένα ήταν μια σπαζοκεφαλιά. Πώς ήταν δυνατό η αγνή, αθώα εβραιοπούλα Μαριάμ να έχει επωμιστεί ενα τέτοιο βαρύ για τους ντελικάτους ώμους της ρόλο; Πώς ήταν δυνατόν η κρινοδάκτυλη παρθένος των Ευαγγελίων να έχει ζωστεί σπαθί και περικεφαλαία και σε ρόλο μάλιστα στρατηγού να ηγείται του ρωμαϊκού στρατεύματος; Μα, τόσο διεστραμμένοι και ηλίθιοι ήταν αυτοί οι Ρωμαίοι; Ύστερα από σκέψη κατέληξα στο όχι, οι Ρωμαίοι δεν ήταν ηλίθιοι, ήταν πανούργοι∙ ηλίθιοι είμαστε εμείς που τους πιστέψαμε. Τα όσα ακολουθούν αποτελούν δικές μου, προσωπικές σκέψεις που δεν κατάφερα να επιβεβαιώσω σε κάποια βιβλία, τα γεγονότα όμως στα οποία στηρίζομαι είναι σαφώς καταγεγραμμένα στις ιστορικές πηγές.

Είναι γνωστό τοις πάσι ότι η Κωνσταντινούπολη, η περιλάλητη «Βασιλίς των πόλεων» ήταν στολισμένη με αξιομνημόνευτα και θαυμάσια δημόσια κτίρια, τις δε πλατείες και τους δρόμους της διακοσμούσαν αρχαία αγάλματα, που τα περισσότερα μετέφερε ο Μέγας Κωνσταντίνος από τη Ρώμη. Η λαμπρότητα αυτών των στολιδιών παρακίνησε τους λογίους του Βυζαντίου να τα φωτογραφίσουν με το λόγο τους δημιουργώντας έτσι ένα από τα πιο γνήσια λογοτεχνικά είδη του Μεσαίωνα, τις περίφημες Εκφράσεις. Από τη Χρυσή Πύλη λοιπόν, τη χερσαία είσοδο των Θεοδοσιανών τειχών από την οποία εισέρχονταν οι σημαντικοί επισκέπτες αλλά και οι αυτοκράτορες όταν επέστρεφαν, μέχρι το αυτοκρατορικό κέντρο της πόλης –μια απόσταση περίπου πέντε χιλιομέτρων- διέτρεχαν λεωφόροι διακοσμημένοι με αγάλματα, που διακόπτονταν από μια σειρά αγορών, τους φόρους (forum) του 4ου, 5ου και 6ου αιώνα. Στην Αγορά του Ταύρου για παράδειγμα, υπήρχε ένας τεράστιος χάλκινος έφιππος ανδριάντας, ενώ στην οβάλ Αγορά του Κωνσταντίνου, εκτός από τη Στήλη του αυτοκράτορα υπήρχε και το κολοσσιαίο άγαλμα της Ήρας, που λέγαν ότι το κεφάλι του χρειάστηκαν τέσσερα ζευγάρια βόδια για να το μεταφέρουν. Στην Αγορά που ονόμαζαν Αυγουστείον δέσποζε η τεράστια Στήλη με το άγαλμα του Ιουστινιανού. Ο αδαής Ροβέρτος ντε Κλαρί περιγράφει τον καβαλάρη, όπως τον ονομάζει, να έχει υψωμένο το χέρι του προς τις χώρες των ειδωλολατρών και να έχει μια επιγραφή που έλεγε ότι ο αυτοκράτορας ποτέ δεν θα συνθηκολογούσε με τους Σαρακηνούς. Συγκρατείστε αυτή τη στάση του αγάλματος του Ιουστινιανού∙ θα την ξαναβρούμε αναζητώντας την ταυτότητα της Υπερμάχου Στρατηγού.

Η αλήθεια είναι ότι οι βυζαντινοί Ρωμαίοι έδιναν σ’ αυτά τα αγάλματα –και ιδιαίτερα στα αγάλματα των θεών και ηρώων της αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής μυθολογίας- συμβολικές διαστάσεις προσέχοντας επιμελώς να μην τους αποδίδουν θεϊκές ιδιότητες. Ο συμβολισμός όμως βάραινε ιδιαίτερα. Όπως στην περίπτωση του Ισαάκιου Άγγελου που, τις κρίσιμες μέρες που οι Σταυροφόροι σουλάτσαραν ανέμελα στη πόλη, διέταξε να αφαιρέσουν από το βάθρο του στον Ιππόδρομο τον Καλυδώνιο Κάπρο –ένα τρομερό τέρας, ρεαλιστικά αποδομένο με τις τρίχες της ράχης του ορθωμένες- και να τον τοποθετήσουν μπροστά από το Μεγάλο Παλάτι για να προστατεύει τον αυτοκράτορα από τον όχλο της πόλης –προσέξτε, όχλος εδώ είναι οι ίδιοι οι βυζαντινοί Ρωμαίοι, όχι οι ξένοι, πράγμα που αποδεικνύει ότι μόνο σ’ αυτούς θα μπορούσε να λειτουργήσει ένας τέτοιος συμβολισμός.

Οι Ρωμαίοι του Βυζαντίου λοιπόν, ήταν εθισμένοι στον συμβολισμό των αρχαίων αγαλμάτων και αυτός ήταν ένας έξυπνος τρόπος να συμφιλιωθούν με το αρχαίο, ειδωλολατρικό τους παρελθόν. Αυτό είναι το μέλημα και του Νικήτα Χωνιάτη όταν περιγράφει την οδύνη του για την καταστροφή του αγάλματος της θεάς Αθηνάς που δέσποζε σ’ ένα βάθρο στην Αγορά του Κωνσταντίνου. Για να μην σας ζαλίζω με το αρχαίο κείμενο, ας παρακολουθήσουμε την περιγραφή του Χωνιάτη μέσα από την εξιστόρηση του Jonathan Phillips στο βιβλίο του Η Τέταρτη Σταυροφορία και η λεηλασία της Κωνσταντινούπολης (μτφ. Λεωνίδας Καρατζάς, εκδ. Ωκεανίδα 2005):

Ο Χωνιάτης εξυμνεί εκστασιασμένος την ομορφιά αυτού του χάλκινου έργου ύψους τριών μέτρων και η λεπτομερής περιγραφή του παρακολουθεί το σώμα του αγάλματος από τα πόδια μέχρι το κεφάλι. Αναθυμάται με αγάπη τις βαθιές πτυχές του χιτώνα που κάλυπτε το σώμα της, τη σφιχτή ζώνη γύρω από τη μέση και το επινώτιο από δέρμα κατσίκας που ήταν διακοσμημένο με το κεφάλι της Μέδουσας, το οποίο κάλυπτε τα προτεταμένα στήθη και τους ώμους της. Περιγράφει μαγευτικά τον αισθησιασμό που απέπνεε ο μακρύς γυμνός λαιμός της και θεωρεί ότι τα χείλη της ήταν τόσο όμορφα που, εάν στεκόσουν και αφουγκραζόσουν προσεκτικά, μπορούσες να ακούσεις τη φωνή της. Ήταν τόσο ζωντανή αυτή η αναπαράσταση, ώστε οι φλέβες της Αθηνάς έμοιαζαν διεσταλμένες, γεμάτες αίμα, και στο σώμα της έμοιαζαν να κυλούν οι χυμοί της ζωής. Τα μάτια ήταν γεμάτα νοσταλγία, η περικεφαλαία της είχε στην κορυφή ένα λοφίο από τρίχες αλόγου, ενώ τα μαλλιά της ήταν σφιχτοπλεγμένα σε κοτσίδες στο πίσω μέρος του κεφαλιού και πλαισίωναν το πρόσωπό της με μικρούς βοστρύχους. Το αριστερό χέρι της Αθηνάς ήταν περασμένο μέσα στο φόρεμά της, αλλά η θέση του δεξιού της χεριού σφράγισε τη μοίρα του αγάλματος. Σύμφωνα με τον Χωνιάτη, το κεφάλι της και το δεξί της χέρι ήταν στραμμένα προς νότον [στους Άραβες δηλαδή], αλλά οι μάζες [το επιρρεπές στην οινοποσία τμήμα του χυδαίου όχλου κατά τον Χωνιάτη] (αγνοώντας τα σημεία του ορίζοντα) θεώρησαν ότι η θεά κοιτούσε δυτικά, άρα με το χέρι της καλούσε το σταυροφορικό στρατό στην πόλη. Γι’ αυτή την υποτιθέμενη προδοσία το άγαλμα αφαιρέθηκε απο το βάθρο του και κομματιάστηκε. Κατά τον Χωνιάτη αυτό ισοδυναμούσε με πράξη αυτοακρωτηριασμού και θεώρησε ότι ήταν ανοησία να στραφεί ο όχλος κατά της θεάς του πολέμου και της σοφίας.

Ο συμβολισμός που αποδίδονταν στη θεά Αθηνά –επαγρύπνηση μπροστά στον αραβικό κίνδυνο, το σοβαρότερο για αιώνες εχθρό του Βυζαντίου, στην ίδια ακριβώς στάση με το άγαλμα του Ιουστινιανού- αλλά και ο λανθασμένος συμβολισμός που της αποδόθηκε από τον όχλο, μαρτυρούν το βαρύ φορτίο που σήκωνε στους ώμους του το εν λόγω άγαλμα. Τα σχόλια δε του Χωνιάτη για αυτοακρωτηριασμό αποτελούν σαφή νύξη για τον κίνδυνο που διέτρεχε, μετά την καταστροφή του αγάλματος, η ασφάλεια του Βυζαντίου και για την τρέχουσα δεινή θέση στην οποία αυτό είχε περιέλθει. Οι περισσότεροι ιστορικοί λίγο ή πολύ συγκλίνουν στο εξής συμπέρασμα: οι σταυροφόροι δεν κατέκτησαν το Βυζάντιο, αλλά το Βυζάντιο αυτοκτόνησε: «Η Βασιλίς των Πόλεων, με όλα τα μεγαλοπρεπή κτίριά της και τα σύμβολα της εξουσίας, είχε οδηγηθεί στην υποταγή από ανίκανους ηγεμόνες, το εξημμένο πλήθος της και τους ανένδοτους εχθρούς της» (Τζόναθαν Φίλιπς).

Δεν ξέρω αν ο Νικήτας Χωνιάτης εξιστορώντας τα γεγονότα της εποχής τα ερμηνεύει δίνοντας τους εκ ων υστέρων συμβολικές διαστάσεις –ως λόγιος σπουδαγμένος στα Πανεπιστήμια της Κωνσταντινούπολης και ως άριστος τεχνίτης της ελληνικής γλώσσας θα πρέπει να αρέσκονταν σε τέτοιου είδους εκλεπτυσμένους πνευματικούς ακροβατισμούς-, το σίγουρο πάντως είναι ότι μας δίνει ένα καλό επιχείρημα για να ταυτοποιήσουμε την Υπέρμαχο Στρατηγό του Βυζαντίου. Ήδη θα καταλάβατε που οδηγώ τη συζήτηση. Ας μην κρυβόμαστε άλλο. Εκείνο που διατείνομαι είναι ότι η Υπέρμαχος Στρατηγός του Βυζαντίου δεν ήταν η Παρθένος Μαρία των Εβραίων, αλλά μια άλλη παρθένος, η θεά Αθηνά των Ελλήνων. Αυτή ήταν που οδηγούσε για αιώνες τους Έλληνες και τους Ρωμαίους στις μάχες και οι Ρωμαίοι του Βυζαντίου το γνώριζαν αυτό. Τι κι αν η θρησκεία είχε αλλάξει; Η θεά ήταν ακόμα εκεί για να τους οδηγεί σε νικηφόρους πολέμους. Δεν μπορούσαν βέβαια να το παραδεχτούν αυτό ανοιχτά. Αυτή η πεποίθησή τους έπρεπε να συγκαλυφθεί. Η θεά Αθηνά έπρεπε να κρυφτεί πίσω από ένα άλλο πρόσωπο της κυρίαρχης θρησκείας, του χριστιανισμού δηλαδή, που κάπως να της μοιάζει, δηλαδή να προστατεύει την πόλη και να είναι παρθένος όπως αυτή: η Θεοτόκος για παράδειγμα. Οι Ρωμαίοι έπρεπε να εφεύρουν ένα καμουφλάζ προκειμένου να συνεχίσουν να οδηγούνται σε νικηφόρους πολέμους. Της έγραψαν κι έναν ύμνο που λέει τα εξής:

Ρωμανού του Μελωδού

Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια
ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια
ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, θεοτόκε·
ἀλλ' ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον
ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,
ἵνα κράζω σοι·
“Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε”.


[Σε σένα, τη στρατηγό που μάχεται για μας, αφιερώνει η πόλη σου τη νίκη και σε ευχαριστεί που τη λύτρωσες απ’ τις συμφορές∙ έτσι γλίτωσέ με από κάθε κίνδυνο, εσύ που έχεις τη δύναμη ακατανίκητη, κι εγώ θα σε φωνάζω: Χαίρε Κόρη, που δε γεύτηκες ποτέ τις χαρές του γάμου]

Όπως ήδη θα έχετε παρατηρήσει, από την μετάφραση μου λείπει το «θεοτόκε». Αυτό, είπαμε, είναι το καμουφλάζ. Χωρίς αυτό ο ύμνος κάλλιστα μπορεί να αποδοθεί στη θεά Αθηνά (Για να είμαστε ειλικρινείς η αποστροφή Χαίρε νύμφη ανύμφευτε ταιριάζει μόνο στην Αθηνά). Και μη μου πείτε ότι εισάγω καινά δαιμόνια. Δε φταίω εγώ αν εσείς παραπλανημένοι από την πανουργία των Ρωμαίων καταλάβατε λάθος. Οι Ρωμαίοι πάντως διάβαζαν σωστά. Όπως ο Μανουήλ Φιλής, σύγχρονος του Χωνιάτη, που μετέγραψε το κοντάκιο του Ρωμανού στη γλώσσα της εποχής του ως εξής:

Μανουήλ Φιλή

Σοὶ τῇ στρατηγῷ τῶν βροτῶν ὑπερμάχῳ
Τὸν εὐχαριστήριον, ἁγνὴ παρθένε,
Εἴτουν ἐπινίκιον ὡς δοῦλος πλέκω,
Ῥυσθεὶς διὰ σοῦ τῶν κακῶν τῶν ἐν βίῳ·
Τὸ γοῦν ἀπροσμάχητον αὐχοῦσα κράτος
Πολυτρόπων αὖθίς με κινδύνων ῥύου.
ἵνα βοῶ σοί, Χαῖρε νύμφη πλὴν γάμου.


Σας το είπα. Ήταν πανούργοι αυτοί οι Ρωμαίοι! Δεν πειστήκατε; Για δείτε και τον ομηρικό ύμνο στην Αθηνά; Σας θυμίζει κάτι;

Εἰς Ἀθηνᾶν
Παλλάδ᾽ Ἀθηναίην ἐρυσίπτολιν ἄρχομ᾽ ἀείδειν
δεινήν, ᾗ σὺν Ἄρηϊ μέλει πολεμήϊα ἔργα
περθόμεναί τε πόληες ἀϋτή τε πτόλεμοί τε,
καί τ᾽ ἐρρύσατο λαὸν ἰόντα τε νισόμενόν τε.
Χαῖρε θεά, δὸς δ᾽ ἄμμι τύχην εὐδαιμονίην τε.


[Αρχίζω το τραγούδι μου για την Παλλάδα Αθηνά,
την πόλη που λυτρώνει,
την φοβερή,
που με τον Άρη αντάμα νοιάζουν αυτή
τα έργα του πολέμου,
των πόλεων οι αλώσεις κι οι αμάχες,
που σώζει το λαό που πάει κι έρχεται στη μάχη.
Χαίρε θεά,
ευτυχία και τύχη χάρισέ μας.]

Ήδη διαπιστώσατε κι εσείς τις αναλογίες με τον ύμνο του Ρωμανού, δε χρειάζεται να τις επισημάνω. Ακόμη δεν πειστήκατε; Στο κοντάκιο του Ρωμανού εντύπωση προκαλεί η πληθώρα των επιθέτων με τα οποία χαρακτηρίζεται η Παρθένος. Για μετρήστε και τα επίθετα της Αθηνάς στον ορφικό ύμνο που ακολουθεί...


Ἀθηνᾶς, θυμίαμα ἀρώματα.
Παλλὰς μουνογενή(ς), μεγάλου Διὸς ἔκγονε σεμνή,
δῖα, μάκαιρα θεά, πολεμόκλονε, ὀμβριμόθυμε,
ἄρρητε, ῥητή, μεγαλώνυμε, ἀντροδίαιτε,
ἣ διέπεις ὄχθους ὑψαύχενας ἀκρωρείους
ἠδ᾽ ὄρεα σκιόεντα, νάπαισί τε σὴν φρένα τέρπεις,
ὁπλοχαρής, οἰστροῦσα βροτῶν ψυχὰς μανίαισι,
γυμνάζουσα κόρη, φρικώδη θυμὸν ἔχουσα,
Γοργοφόνη, φυγόλεκτρε, τεχνῶν μῆτερ πολύολβε,
ὁρμάστειρα, φίλοιστρε κακοῖς, ἀγαθοῖς δὲ φρόνησις·
ἄρσην μὲν καὶ θῆλυς ἔφυς, πολεματόκε, μῆτι,
αἰολόμορφε, δράκαινα, φιλένθεε, ἀγλαότιμε,
Φλεγραίων ὀλέτειρα Γιγάντων, ἱππελάτειρα,
Τριτογένεια, λύτειρα κακῶν, νικηφόρε δαῖμον,
ἤματα καὶ νύκτας αἰεὶ νεάταισιν ἐν ὥραις,
κλῦθί μου εὐχομένου, δὸς δ᾽ εἰρήνην πολύολβον
καὶ κόρον ἠδ᾽ ὑγίειαν † ἐπ᾽ εὐόλβοισιν † ἐν ὥραις,
γλαυκῶφ᾽, εὑρεσίτεχνε, πολυλλίστη βασίλεια.


Έχετε ακόμα αμφιβολίες; Αυτό σημαίνει ότι πέσατε για τα καλά στην παγίδα των Ρωμαίων. Τι σημαίνει αυτό; Ότι εσείς εξακολουθείτε να διαβάζετε Μαρία ενώ αυτοί εννοούσαν Αθηνά. Ίσως χρειάζεται μια ευρύτητα πνεύματος για να βγείτε από την παγίδα. Γιατί «...εμείς οι μυημένοι/γνωρίζουμε για ποιόνα εγράφησαν οι στίχοι./Οι ανίδεοι Αντιοχείς διαβάζουν, Εμονίδην», θα έλεγε ο Καβάφης

[Τα αρχαία κείμενα πήρα από τον Θησαυρό της Ελληνικής Γλώσσας, ένα λογισμικό που συγκεντρώνει ό,τι έχει γραφτεί στην ελληνική γλώσσα (και όχι μόνο) από τον Όμηρο ως το 1453 και που έχω εγκατεστημένο στον υπολογιστή μου. Από εδώ πήρα και την περιγραφή του αγάλματος της Αθηνάς από τον Χωνιάτη. Έναν κατάλογο των χάλκινων αγαλμάτων της Βασιλεύουσας μας δίνει ο Χωνιάτης στο τέλος της ιστορίας του αναφερόμενος στις καταστροφές που προκάλεσαν οι σταυροφόροι καθώς προς αναζήτηση πλούτου έλιωσαν όλα τα χάλκινα γλυπτά της πόλης. Δες εδώ]

Νικήτα Χωνιάτη

Έκφρασις του της Αθηνάς αγάλματος
Ἀλλὰ καὶ τῶν ἀγοραίων οἱ φιλοινότεροι τὸ ἑστὼς ἐπὶ στήλης ἐν τῷ Κωνσταντινείῳ φόρῳ τῆς Ἀθηνᾶς ἄγαλμα εἰς πλεῖστα διεῖλον τμήματα· ἐδόκει γὰρ τοῖς ἄφροσι σύρφαξιν ὑπὲρ τῶν ἐξ ἑσπέρας ἐστοιχειῶσθαι τοῦτο στρατῶν. ἀνέβαινε μὲν τὴν ἡλικίαν ὄρθιον ὡς ἐς τριακάδα ποδῶν, ἠμφίεστο δὲ στολὴν ἐξ ὁποίας ὕλης ὅλον τὸ ἰνδαλλόμενον κεχαλκούργητο. ποδήρης δ᾽ ἦν ἡ στολὴ καὶ συμπτυσσομένη πολλαχῇ τῶν μερῶν, ὡς μή τι τοῦ σώματος παραφαίνοιτο, ὅπερ ἡ φύσις περιστέλλειν ἐπέταξε. μίτρα δ᾽ Ἄρεος τὴν ἰξὺν διειληφυῖα ἱκανῶς αὐτὴν περιέσφιγγεν. εἶχε δὲ κἀπὶ τοῖς στέρνοις ὂν ὀρθοτίτθιον ποικίλον αἰγιδῶδες ἐπένδυμα, τῶν ὤμων διεξικνούμενον, τὴν τῆς Γοργόνης τυποῦν κεφαλήν. ὁ δέ γε αὐχὴν ἀχίτων ὢν καὶ πρὸς τὸ δολιχόδειρον ἐκτεινόμενος ἄμαχον εἰς ἡδονὴν θέαμα ἦν. τοσοῦτον δ᾽ ὁ χαλκὸς πρὸς τὴν ἑκάστου μίμησιν πειθήνιος ὑπηλλάττετο, ὥστε καὶ τὰ χείλη δόξαν παρεῖχον, ὡς εἰ προσμενεῖ τις, μείλιχον φωνὴν ἐνωτίσεται. καὶ φλεβῶν δὲ διεκτάσεις ὑπεκρίνοντο καὶ ὡς ὑγρὸν ὅλον τὸ σῶμα ἐν οἷς ἔδει περιεκλᾶτο καὶ ζωῆς ἀπέχον μετεῖχεν ὡς ζῶν ἀνθηρότητος, τοὺς ὀφθαλμοὺς ἱμέρῳ παντὶ ῥεόμενον. ἵππουρις δ᾽ ἐπικειμένη τῇ κεφαλῇ δεινὸν καθύπερθεν ἔνευεν. ἡ δὲ κόμη ἐς πλέγμα συνεστραμμένη καὶ δεσμουμένη ὄπισθεν, ὅση κέχυτο ἐκ μετώπων, τρυφή τις ἦν ὀφθαλμῶν, μὴ ἐπίπαν τῷ κράνει συνεχομένη, ἀλλά τι καὶ παρεμφαίνουσα τοῦ πλοχμοῦ. τῶν δὲ χειρῶν ἡ μὲν λαιὰ τὰ συνεπτυγμένα τῆς ἐσθῆτος ἀνέστελλε, θατέρα δ᾽ ἐκτεινομένη πρὸς κλίμα τὸ νότιον εἶχε καὶ τὴν κεφαλὴν ἠρέμα ἐγκλινομένην ἐκεῖ καὶ τὰς τῶν ὀφθαλμῶν ἐπ᾽ ἴσης τεινομένας βολάς·
ὅθεν οἱ μηδὲ τὰς θέσεις τῶν περάτων ὁπωσοῦν ἐπιστάμενοι ἐς ἑσπέραν ἀφορᾶν τὸ ἄγαλμα διετείνοντο καὶ οἷον ἐπισπᾶσθαι χειρὶ τὰ ἐκ δυσμόθεν στρατεύματα, κακῶς κρίνοντες καὶ μὴ πρὸς ἔννοιαν ὀρθὴν τοῖς ὁρατοῖς ἐπιβάλλοντες. Οἱ μὲν οὖν μετὰ τοιούτων κινημάτων τῆς διανοίας τὸ τῆς Ἀθηνᾶς συνέτριψαν ἄγαλμα, ἢ μᾶλλον τοῖς χείροσιν ἀεὶ προβαίνοντες καὶ καθ᾽ ἑαυτῶν ὁπλῖται γινόμενοι τὴν ἀνδρείας καὶ φρονήσεως ἐπιστάτιν κἀν τοῖς τύποις αὐτοῖς ἀπεώσαντο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails