Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Λύρας σπαράγματα



Απ’ τα διασωθέντα έργα της αρχαίας γραμματείας, τα λυρικά ποιήματα παρουσιάζουν την πιο αποσπασματική μορφή. Γράμματα εδώ κι εκεί, κολοβές λέξεις, μισοτελειωμένες φράσεις, σπαράγματα στίχων. Κι απέναντι, ο αναγνώστης να προσπαθεί να διαβάσει, να νοηματοδοτήσει, να καταλάβει, να ερμηνεύσει. Οι εκδότες των αρχαίων κειμένων έχουν επινοήσει διάφορους τρόπους για να αποκαταστήσουν την αρχική μορφή τους: τελείες για να σημάνουν τα γράμματα που λείπουν, αγκύλες για τις δικές τους προσθήκες κτλ. Επιστρατεύουν και τις γνώσεις του αρχαίου μέτρου, πληροφορίες από άλλους αρχαίους συγγραφείς, την κατανόηση του αρχαίου λυρισμού, και καταφέρνουν κάποιες φορές να μας δώσουν μια τέτοια εικόνα:

.].ε̣.[....].[...κ]έλομαι σ.[
..].γυλα.[...]α̣νθι λάβοισα.α.[
..]κτιν, ἆσ̣ σε δηὖτε πόθος τ̣.[
ἀμφιπόταται

τὰν κάλαν· ἀ γὰρ κατάγωγις αὔτ̣α[
ἐπτόαισ' ἴδοισαν, ἔγω δὲ χαίρω,
καὶ γ̣ὰρ αὔτ̣α δήπο̣[τ'] ἐμεμφ[
Κ]υπρογεν[ηα

ὠ̣ς ἄραμα̣[ι
τοῦτο τῶ[
β]όλλομα̣[ι  

Αλλά και πάλι, από τη σκοπιά του νοήματος τα αποτελέσματα είναι πενιχρά. Τι κάνει λοιπόν ο αναγνώστης που προσπαθεί μάταια να καταλάβει; Απελπίζεται; Όχι. «Η προσήλωση του μεταφραστή των αρχαίων λυρικών», σημειώνει ο Γιάννης Δάλλας, «αποσκοπεί στην ανάδειξη ως αξίας του αποσπάσματος. Αποσπάσματος ενός απολεσθέντος ή ανεύρετου προς το παρόν, και όμως αναγνωρίσιμου, ολοκληρώματος». Αν και το ολοκλήρωμα σ’ αυτή την περίπτωση παραμένει ευσεβής πόθος, η ολοκλήρωση μπορεί να συντελεστεί μέσα στο μυαλό του αναγνώστη. Το ανθρώπινο μυαλό από τη φύση του έχει την τάση να συμπληρώνει τα κενά, να συσχετίζει, να κάνει συνειρμούς, να λειτουργεί συμβολικά, να κάνει δηλαδή όλες αυτές τις ενέργειες που εμπεριέχονται στον όρο φαντασία, ώστε να δώσει νόημα στα πράγματα. Άλλωστε αυτή δεν είναι και η βασική λειτουργία της ανάγνωσης, να συμπληρώνει τα κενά –ερμηνευτικά ή άλλα- ακόμη και σε ένα κείμενο που παρουσιάζεται ολοκληρωμένο;

Αλλά ακόμα και από ένα τέτοιο κείμενο, δεν συγκρατούμε στο μυαλό μας παρά μόνο μερικά αποσπάσματα τα οποία επεξεργαζόμαστε προς νέες κατευθύνσεις, ανοίγοντας νέες ερμηνείες, δημιουργώντας νέα κείμενα; Τελικά, η ερμηνεία είναι μια αμφίδρομη διαδικασία· ποτέ δε βρίσκεται μόνο από τη μια μεριά, είτε του αναγνώστη είτε του κειμένου. Το απόσπασμα στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί απλώς την αφορμή μιας διαδικασίας που ούτως ή άλλως θα γινόταν, και που καταλήγει, σωστή ή λάθος δεν έχει σημασία, σε ερμηνείες όπως αυτή του Ελύτη:


]ν[ [κ]έλομαι σ[ε Γο]γγύλα [πέφα]νθι
λάβοισα μα[ 
γλα]κτίναν∙ σὲ δηῦτε πόθος
τ[έαυτος] ἀμφιπόταται

τὰν κάλαν∙ ἀ γὰρ κατάγωγις αὔτα[ 
ἐπτόαισ’ ἴδοισαν∙ ἔγω δὲ χαίρω∙
καὶ γὰρ αὔτα δὴ τ[όδ]ε μέμφ[εταί  σοι
Κ]υπρογένηα

τ]ᾶς ἄραμα[ι τοῦτο τω] β]όλλομα[ι

Γύρνα πάλι κοντά μου σ’ εξορκίζω Γογγύ
λα· το χιτώνα φορώντας το λευκό σα γάλα
πάλι φανερώσου·

όμορφη· νά ‘ξερες τι λα
χτάρες μου γεννάς έτσι ντυμένη! και πώς
νιώθω χαρούμενη που όχι εγώ μα η θεά μας
η ίδια σου το λέει· σα να σε μαλώνει·

που
τόσα χρόνια την παρακαλώ και την παρα
καλώ

Οι μικρές διαφορές που πρατηρούνται ως προς το πρώτο απόσπασμα που πήρα από τον Θησαυρό της Ελληνικής Γλώσσας (TLG) οφείλονται στη διαφορετική έκδοση (Les Belles Lettres) που χρησιμοποιεί ο Ελύτης. Παρόλ’ αυτά, τα κενά του προηγούμενου αποσπάσματος έχουν συμπληρωθεί, η νοηματοδότηση έχει ολοκληρωθεί. Χρειάζεται τόλμη (λυρική τόλμη θα έλεγε ο Ελύτης) για να το κάνεις αυτό –και ακόμα μεγαλύτερη τόλμη να ντύσεις αυτό το σπάραγμα με μουσική ολοκληρώνοντας έτσι την οριστικά χαμένη μορφή του, αυτή του αρχαίου τραγουδιού.


Αλλά η αρχαία λυρική ποίηση, λέει ο Γιάννης Δάλλας, προέρχεται από μια εποχή που «είναι ανοιχτή και εν εξελίξει και παρόμοια ανοιχτή και ασυμπλήρωτη είναι και η ποίηση που την εκπροσωπεί. Όχι μονοκεντρική και οριστικά τελειωμένη, αλλά πολυκεντρική και τελειούμενη εν προόδω». Και κάποιες φορές αυτή η τελείωση φαίνεται να επιτυγχάνεται. Κάτι κάποια νέα παπυρικά σπαράγματα, κάτι η καλύτερη γνώση της αρχαίας αρμονίας και των αρχαίων μουσικών οργάνων, κάτι το όνομα μιας νέας φίλης, κάτι και οι πολλές φαντασίες τόσων αναγνωστών στο πέρασμα του χρόνου, και το απόσπασμά μας αλλάζει μορφή και νόημα.

Το αρχαίο τραγούδι λοιπόν, από το πρώτο βιβλίο των Μελών της Σαπφώς δεν είναι ένα κάλεσμα στη Γογγύλη, αλλά στην Αβανθίδα να πιάσει την άρπα της και να παίξει για τη Γογγύλη! Νάτο λοιπόν, παρουσιασμένο από το Γιάννη Δάλλα:

ΠΡΟΣ ΓΟΓΓΥΛΗΝ
[Τυί]δε μ[οι νύκ]τ[ος, κ]έλομαί σ’, ἄ[πελθε,]
[Γόγ]γυλᾳ Ἀβ]ανθὶ, λάβοισα Λύδα[ν]
[πᾶ]κτιν· ἀ[ἰ] σε δηὖτε πόθος τι[ς ἄμμος]
ἀμφιπόταται

τὰν κάλαν· ἀ γὰρ κατάγωγις αὔτα
ἐπτόαισ’ ἴδοισαν, ἔγω δὲ χαίρω.
καὶ γὰρ αὔτα δή π[οτ’] ἐμεμφ[όμαν τὰν]
[Κ]υπρογέν[ηαν·]

ἆς ἄραμα[ι
τοῦτο τὦ[πος
[β]όλλομα[ι]

ΓΙΑ ΤΗ ΓΟΓΓΥΛΗ
Έλα, Αβανθίδα, σε ικετεύω
για τη Γογγύλα, πιασ’ τη λυδική σου
άρπα, η καρδιά μου πεταρίζει
γύρω της πάλι·

την όμορφη! με τη συρτήν εσθήτα,
σκίρτησες που την είδες κι εγώ χάρηκα,
γιατί είναι αυτή που η ψογερή [
θεά της Κύπρου.

Κι όπως ικετεύω [
μ’ αυτά τα λόγια [
θέλω [


Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Ποιος Καβάφης;


Και ξαφνικά η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να ανακηρύξει το 2013 σε έτος Καβάφη –γιορτάζοντας τα 150 χρόνια από τη γέννησή του. Το πρόβλημα με τέτοιου είδους ανακηρύξεις, με βραβεύσεις ή με την ένταξη στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα είναι ότι όλα αυτά απομυζούν  από τον ποιητή –τον κάθε ποιητή- και από την ποίηση τον όποιο ριζοσπαστισμό ή/και επαναστατικότητα  διαθέτει. Η θέσμιση ενός ποιητή αποσιωπά κάποιες πλευρές του έργου του που μας φέρνουν σε αμηχανία και δεν συνάδουν με το πνευματικό, εκπαιδευτικό, ακαδημαϊκό, κοινωνικό πρότυπο, που αυτός καλείται να ενσαρκώσει. Ο Σεφέρης για παράδειγμα, κορυφαίος ποιητής, παγκόσμια καταξιωμένος –όση καταξίωση φέρνει το Νομπέλ- πνευματικός ηγέτης σε δύσκολες για την Ελλάδα ιστορικές στιγμές, απαραίτητος σε κάθε σχολικό εγχειρίδιο και πανεπιστημιακή διδασκαλία –αλήθεια πως συμβιβάζεται αυτό το πρότυπο με το παρακάτω γράμμα προς τη γυναίκα του, Μαρώ;
                                                            

 Αθήνα, Κυριακή πρωί
 29 Σεπτεμβρίου, 1940

 Μόλις πήρα το πρωινό μου και διάβασα το γράμμα σου. Ανάσανα που ξέρω πως έρχεσαι την Παρασκευή. Δεν ξέρεις πως σε περιμένω. Γιατί αυτές τις μέρες σ' έχω φρικτά επιθυμήσει. Τι τα θέλεις, σε στερήθηκα όλο το καλοκαίρι και γιατί ήσουν μακριά μου και γιατί ίσως, μ' όλες αυτές τις ανόητες ιστορίες, κι όταν ήσουν ακόμα κοντά μου, δεν σε είχα όπως ήθελα.

 Όλο μου το σώμα πονεί από επιθυμία. Σκέφτομαι πως μπορεί να σε κρατήσω γυμνή πάνω μου και όλα χάνουνται, όπου και να βρίσκομαι, ό,τι και να κάνω. Είναι αστείο κάποτε να βλέπω τον εαυτό μου σαν έναν υπνοβάτη ή σαν έναν τυφλό που σε ψάχνει με τις παλάμες απλωμένες και με τα μάτια κλειστά. Είμαι ελεεινά καυλωμένος, χρυσό, και δε σκέφτομαι τίποτε άλλο παρά πως θα σε γαμήσω ατελείωτα μια ολόκληρη νύχτα.

 Και δεν μπορώ να σου το γράψω αλλιώς.


 Γιώργος

 Υ.Γ. Γράψε μου δυο λόγια μόλις λάβεις το γράμμα.
 Και μην ξεχνάς να γράφεις σωστά τη διεύθυνση μου.

Σοκαριστικό; -ανθρώπινο όμως.

Ή πώς συμβιβάζονται οι εμβληματικές για τη γαλλική λογοτεχνία φιγούρες των Πολ Βερλέν και Αρθούρου Ρεμπό με το «Σονέτο της Κωλοτρυπίδας»;

Sonnet du Trou du Cul

Obscur et froncé comme un oeillet violet,
Il respire, humblement tapi parmi la mousse
Humide encor
 d'amour qui suit la fuite  douce
Des Fesses blanches jusqu'au coeur de son ourlet.


Des filaments pareils à des larmes de lait
Ont pleuré, sous l'autan cruel qui les repousse
A travers de petits caillots de marne rousse,
Pour s'aller perdre où la pente les appelait.


Mon Rêve s'aboucha souvent à sa ventouse;
Mon âme, du coït matériel jalouse,
En fit son larmier fauve et son nid de sanglots.


C'est l'olive pâmée, et la flûte caline
C'est le tube où descend la céleste praline:
Chanaan féminin dans les moiteurs enclos!


Προκλητικό; -πολύ ανθρώπινο όμως.

Τελικά, εκείνο που κάνει η ενσωμάτωση ενός ποιητή στο σύστημα είναι να ακρωτηριάζει τα πάθη και  τις ορμές του, να καταβροχθίζει τη σάρκα και να ρουφά το αίμα του ώστε να τον προσφέρει κεκαθαρμένο –πνεύμα ατόφιο- στο κοινωνικό σύνολο πάνω σ’ ένα ιδεατό βάθρο. Τελικά η ενσωμάτωση καταντάει απο-σωμάτωση. Ή για να το πω καλύτερα: η ενσωμάτωση στο σύστημα προϋποθέτει την αποσωμάτωση του ποιητή. Είναι μια διαδικασία κατά την οποία ο ποιητής αποσχηματίζεται από τον σαρκικό του εαυτό και ενδύεται ένα νέο σχήμα, αυτό του πνευματικού ανθρώπου.

Έτσι και με τον Καβάφη. Τον έχουμε ονομάσει ιστορικό –και διαβάζουμε απερίσκεπτα «Στα 200 π.Χ.», τον έχουμε πει φιλοσοφικό/ηθικό/διδακτικό –και δεν μας προκαλεί καμιά έκπληξη η «Ιθάκη». Ακόμη και τη σεξουαλική του ταυτότητα αποδεχθήκαμε υπό την κατηγορία ηδονικός/ερωτικός –και μπορούμε να διαβάζουμε χωρίς αμηχανία το «Ένας θεός των». Και αυτό που μερικές δεκαετίες πριν φάνταζε ως ρηξικέλευθο, ο πολιτικός Καβάφης της «27ης Ιουνίου», έχει γίνει μια απλή σύμβαση. (Αναφέρομαι στο ποίημα «27 Ιουνίου 1906, 2 μ.μ.», όπου ο Καβάφης καταγγέλλει την εκτέλεση από τον αγγλικό στρατό κατοχής επτά αιγυπτίων ως αντίποινα για τον τυχαίο, όπως αποδείχθηκε, θάνατο ενός άγγλου στρατιώτη)

Ως εδώ καλά. Τι γίνεται όμως με τον Καβάφη των μεγάλων παθών; -όπως τα κατέγραψε σε δυο από τα «Κρυμμένα» ποιήματα;

Πάθος πρώτο: αυνανισμός

Ανθοδέσμαι

Άψινθος, δάτουρα, και υποκύαμος,
ακόνιτον, ελλέβορος, και κώνειον-
όλ’ αι πικρίαι και τα δηλητήρια-
τα φύλλα των και τ’ άνθη τα φρικτά θα δώσουν
δια να γίνουν αι μεγάλαι ανθοδέσμαι
που θα τεθούν επί του φαεινού βωμού-
α, του λαμπρού βωμού εκ λίθου Μαλαχίτου-
του Πάθους του φρικτού και του περικαλλούς.

Πάθος δεύτερο: αλκοολισμός

Μισή ώρα

Μήτε σε απέκτησα, μήτε θα σε αποκτήσω
ποτέ, θαρρώ. Μερικά λόγια, ένα πλησίασμα
όπως στο μπαρ προχθές, και τίποτε άλλο.
Είναι, δεν λέγω, λύπη. Αλλά εμείς της Τέχνης
κάποτε μ’ έντασι του νου, και βέβαια μόνο
για λίγην ώρα, δημιουργούμεν ηδονήν
η οποία σχεδόν σαν υλική φαντάζει.
Έτσι στο μπαρ προχθές –βοηθώντας κιόλας
πολύ ο ευσπλαχνικός αλκοολισμός-
είχα μισή ώρα τέλεια ερωτική.
Και το κατάλαβες με φαίνεται,
κ’ έμεινες κάτι περισσότερον επίτηδες.
Ήταν πολλή αναγκη αυτό. Γιατί
μ’ όλην την φαντασία, και με το μάγο οινόπνευμα,
χρειάζονταν να βλέπω και τα χείλη σου,
χρειάζονταν νά ‘ναι το σώμα σου κοντά.

Πώς αντιμετωπίζουμε τον ποιητή-πνευματικό ταγό, όταν η γραφή δια/γράφει τόσο βασανιστικά το σώμα; Όταν ο ίδιος ο ποιητής μας προ(σ)καλεί να τον κρίνουμε από τα κρυμμένα και όχι από τα φανερά;

Κρυμμένα

Απ’ όσα έκαμα κι απ’ όσα είπα
να μη ζητήσουνε να βρουν ποιος ήμουν.
Εμπόδιο στέκονταν και μεταμόρφωνε
τες πράξεις και τον τρόπο της ζωής μου.
Εμπόδιο στέκονταν και σταματούσε με
πολλές φορές που πήγαινα να πω.
Οι πιο απαρατήρητές μου πράξεις
και τα γραψίματά μου τα πιο σκεπασμένα-
από εκεί μονάχα θα με νιώσουν.
(...)

Η αλήθεια είναι ότι γι’ αυτήν την εξιδανίκευση του ποιητή, για την ανύψωση του σωματικού στο πνευματικό –την πορεία μας τη δίνει ο ίδιος ο ποιητής με τη χρήση του πιο δημιουργικού εργαλείου της ποίησης, της φαντασίας (όπως την ορίζει ο Σέλεϊ για παράδειγμα). Προσέξτε πως μετουσιώνεται σε ποίηση ένα πραγματικό γεγονός ανάλογο με αυτό που είδαμε πρωτύτερα στο μπαρ. Θα ξεκινήσω ανάποδα, από την τελευταία καταγραφή:

Ο Γενάρης του 1904

Α οι νύχτες του Γενάρη αυτουνού,
που κάθομαι και ξαναπλάττω με τον νου
εκείνες τες στιγμές και σ’ ανταμώνω,
κι ακούω τα λόγια μας τα τελευταία κι ακούω τα πρώτα.

Απελπισμένες νύχτες του Γενάρη αυτουνού,
σαν φεύγ’ η οπτασία και μ’ αφήνει μόνο.
Πως φεύγει και διαλύεται βιαστική-
πάνε τα δένδρα, πάνε οι δρόμοι, παν’ τα σπίτια, παν’ τα φώτα∙
σβήνει και χάνετ’ η μορφή σου η ερωτική.

Για να συντελεστεί αυτή η εξαϋλωση χρειάζεται μια διαδικασία μετασχηματισμού, που βλέπουμε στην αμέσως προηγούμενη καταγραφή:


Ο Δεκέμβρης του 1903

Κι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω-
αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια∙
όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,
ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου,
οι μέρες του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου,
τες λέξεις και τες φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν
εις όποιο θέμα κι αν περνώ, όποιαν ιδέα κι αν λέγω.

Το ποίημα στηρίζεται σε μια διαδικασία αποσχηματισμού του πραγματικού -σωματικού- και μετασχηματισμού στα σχήματα της γλώσσας. Είναι ένα αρνητικό (ο όρος από τη φωτογραφία) του σώματος από το οποίο μένει μόνο η φιγούρα (το πρόσωπο στην ψυχή) και ο ήχος (η φωνή στο μυαλό). Αντίθετα, τονίζονται εμφατικά οι λέξεις και οι φράσεις, το θέμα και η ιδέα- βρισκόμαστε ήδη μέσα στο εργαστήρι του ποιητή. Καί τώρα το πραγματικό, σωματικό, γεγονός του Σεπτεμβρίου:


Ο Σεπτέμβρης του 1903

Τουλάχιστον με πλάνες ας γελιούμαι τώρα∙
την άδεια την ζωή μου να μη νιώθω.

Και ήμουνα τόσες φορές τόσο κοντά.
Και πως παρέλυσα, και πως δειλίασα∙
γιατί να μείνω με κλειστά τα χείλη∙
και μέσα μου να κλαίει η άδεια μου ζωή,
και να μαυροφορούν οι επιθυμίες μου.

Τόσες φορές τόσο κοντά να είμαι
στα μάτια, και στα χείλη τα ερωτικά,
στ’ ονειρεμένο, το αγαπημένο σώμα.
Τόσες φορές τόσο κοντά να είμαι.

Τελικά, στο υπόστρωμα της ποίησης βρίσκεται το σώμα, και αυτο είναι που αποσιωπάται στο επίσημο, θεσμοθετημένο πρότυπο του ποιητή. Και τι γίνεται όταν, παρόλα αυτά, στο γερά θεμελιωμένο οικοδόμημα της φαντασίας, το σώμα ξεπροβάλλει που και που βασανιστικά; -τότε θα μιλήσουμε για τον ρεαλιστή Καβάφη και θα συνεχίσουμε να διαβάζουμε τις «Μέρες του 1908» χωρίς καμιά αμηχανία.


Tips για περισσότερη ανάλυση

Για τη φαντασιακή θέσμιση του ποιητή, δες Κορνήλιο Καστοριάδη.

Για τη φαντασία, δες Shelley.

Για τη σχέση σώμα/γραφή, δες Roland Barthes

Για τη σχέση εμπειρία/γλώσσα, δες Paul De Man

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

Το αδιέξοδο με τις συντάξεις: Μια ταπεινή πρόταση

Πολύ με ανησύχησε η αποτυχία συμφωνίας των πολιτικών αρχηγών στο θέμα των συντάξεων, προκειμένου να υπογραφεί η νέα δανειακή σύμβαση της χώρας -δεσμεύτηκαν όμως να ξανασυζητήσουν το θέμα τον Ιούνιο. Επειδή όμως από τη μια οι εξελίξεις τρέχουν και οι πολλές συζητήσεις αφαιρούν πολύτιμο χρόνο από τη σωτηρία της χώρας, ενώ απο την άλλη ο αριθμός των συνταξιούχων συνεχώς αυξάνεται, αποφάσισα να ρίξω στο τραπέζι μια πρότασή μου -την οποία καλώ τους πολιτικούς μας να λάβουν σοβαρά- προκειμένου η χώρα μας να απαλλαγεί μια και καλή από την απειλή για την οικονομική και κοινωνική σταθερότητα, που συνιστά αυτή η άχρηστη ομάδα των συνταξιούχων.

Όλοι παραδεχόμαστε –δεν νομίζω να διαφωνήσει κανείς- ότι ο αριθμός των συνταξιούχων έχει αυξηθεί πάρα πολύ τα τελευταία χρόνια, ενώ ο αριθμός των εργαζομένων διαρκώς μειώνεται, με αποτέλεσμα να ξοδεύουμε πάρα πολλα για συντάξεις τη στιγμή που αυτά τα χρήματα θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν θέσεις εργασίας. Το πρόβλημα επιτείνεται ακόμα περισσότερο από τη μακροβιότητα των συνταξιούχων, οι οποίοι έχουν εξελιχθεί σε πραγματική μάστιγα για την ελληνική κοινωνία. Αυτό καθιστά αναγκαία όσο ποτέ την ταχύτατη μείωση του αριθμού τους, πράγμα που δεν μπορούμε –το καταλαβαίνετε άλλωστε- να το αφήσουμε μόνο στον Άγιο Πέτρο. Πώς θα απαλλαγούμε λοιπόν απ’ αυτή την απειλή για τον προϋπολογισμό της χώρας που πάει να τινάξει στον αέρα κάθε προσπάθεια της ελληνικής κυβένησης να αντιμετωπίσει σοβαρά την οικονομική κρίση;

Προτείνω λοιπόν τα εξής: οι συνταξιούχοι, κυρίως όσοι είναι κατάκοιτοι και ζουν μόνοι τους, να γίνουν στόχος καταδρομικών επιθέσεων του ελληνικού κράτους με τον εξής στόχο: να προκληθούν πυρκαγιές στα διαμερίσματά τους και οι ίδιοι να πάνε να βρούνε τον Άγιο Πέτρο μια ώρα αρχύτερα. Η εποχή προσφέρεται∙ καθώς οι περισσότεροι απ’ αυτούς ανάβουν, λόγω αδυναμίας κεντρικής θέρμανσης ή πετρελαίου, ξυλόσομπες ή μαγγάλια για να ζεσταθούν, εύκολα αυτή η επίθεση μπορεί να συγκαλυφθεί χωρίς το ελληνικό κράτος να κατηγορηθεί για παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αντίθετα το ελληνικό κράτος θα έχει διπλό όφελος απ’ αυτή την ενέργεια: και συντάξεις δεν θα καταβάλει πλέον, αλλά ούτε και έξοδα κηδείας μια και η φωτιά θα επιφέρει και την επιθυμητή καύση των νεκρών. Ίσως υπάρξει κάποια αντίδραση από την ορθόδοξη εκκλησία σ’ αυτό το σημείο, μπορεί όμως να καμφθεί αν το κράτος δώσει κατιτίς σ’ έναν παπά να ψάλλει την νεκρώσιμη ακολουθία την ώρα της πυρκαγιάς. Με το ψοφόκρυο μάλιστα που έχει πλήξει τελευταία τη χώρα είμαι σίγουρος ότι το δημόσιο θα κάνει χρυσές δουλειές.

Οι συνταξιούχοι όμως δεν αποτελούν τη μοναδική απειλή του Υπουργείου Οικονομικών. Ένας άλλος σοβαρός κίνδυνος προέρχεται από τα παιδιά που λιποθυμάνε λόγω ασιτίας στα σχολεία και για τα οποία το ελληνικό κράτος αναγκάζεται να ξοδεύει πολλά χρήματα προκειμένου να τους παράσχει φαγητό. Επειδή όμως δεν έχω επεξεργαστεί ανάλογη πρόταση με αυτήν που προανέφερα για τους συνταξιούχους, επιτρέψτε μου να δανειστώ την ταπεινή πρόταση του Jonathan Swift που είχε διατυπώσει για τα παιδιά της Ιρλανδίας. Μπορεί να είναι λίγο παλιά και για μια ξένη χώρα, με κάποιες όμως τροποποιήσεις μπορεί να εφαρμοστεί κάλλιστα και στη δική μας σήμερα. Προτείνει λοιπόν ο Swift:

«Προτείνω λοιπόν εδώ ταπεινά τις σκέψεις μου, με την ελπίδα πως δε θα συναντήσουν την παραμικρή αντίρρηση. Ένας φίλος μου του Λονδίνου –Αμερικανός πολύ καλά πληροφορημένος- με βεβαίωσε πως ένα υγιέστατο και καλοθρεμμένο παιδί είναι, όταν συμπληρώσει τον πρώτο χρόνο της ζωής του, η πιο νόστιμη, θρεπτική και ωφέλιμη τροφή, είτε το φτιάξεις στο φούρνο, είτε το βράσεις∙ και δεν αμφιβάλλω πως θα είναι εξίσου απολαυστικό αν το φτιάξεις φρικασέ ή γιαχνί.

Προτείνω λοιπόν ταπεινά στην κοινή γνώμη τα ακόλουθα: από τα εκατόν είκοσι χιλιάδες παιδιά που έχουν καταγραφεί, οι είκοσι χιλιάδες να μείνουν για αναπαραγωγή –και απ’ αυτά το ένα τέταρτο να είναι αρσενικά- πράγμα που υπερβαίνει την αναλογία αναφορικά με τα πρόβατα, τα βόδια και τα γουρούνια∙ και τούτο, γιατί τα παιδιά αυτά πολύ σπάνια είναι καρποί γάμων (συνθήκες που δεν υπολογίζονται και πολύ από τους αγρίους μας), και συνακόλουθα ένα αρσενικό θα είναι αρκετό για να εξυπηρετήσει τέσσερα θηλυκά. Και τα υπόλοιπα εκατό χιλιάδες παιδιά να πουλιούνται όταν γίνονται ενός χρόνου σε άτομα που ανήκουν στις ανώτερες και εύπορες τάξεις της επικράτειας, με προηγούμενη σύσταση στις μητέρες να τα θηλάζουν όσο πιο πολύ μπορούν τον τελευταίο μήνα, έτσι ώστε να είναι στρουμπουλά και παχουλά όταν θα τα προσφέρει κανείς σε γεύμα. Το κάθε παιδί θα χρησιμοποιείται για δυο φαγητά όταν έχει κανείς καλεσμένους, ενώ όταν η οικογένεια τρώει μόνη της, τα πάνω και κάτω άκρα είναι πολύ αρκετά για ν’ αποτελέσουν ένα καλό πιάτο∙ αν μάλιστα είναι καρυκευμένα με λίγο πιπέρι και αλάτι, και τα βράσει κανείς την τέταρτη μέρα, γίνονται νοστιμότατα, ιδιαίτερα το χειμώνα».

Μια δυο τροποποιήσεις χρειάζεται η παρούσα πρόταση προκειμένου να προσαρμοστεί στα ελληνικά δεδομένα: στους τρόπους μαγειρέματος να προστεθεί και η σούβλα γνωρίζοντας τη μεγάλη αγάπη των Ελλήνων γι’ αυτήν στις γιορτές και τα πανηγύρια όπου συχνά πυκνά λαμβάνουν μέρος, και, όσο για τις συνθήκες εστίασης, προτείνω να δοθεί το συγκεκριμένο έδεσμα και στα συσσίτια της Αρχιεπισκοπής και των λοιπών κοινωνικών φορέων που τόσο έντονα δραστηριοποιούνται τελευταία σ’ αυτόν τον τομέα. Κατά τα άλλα, μου φαίνεται εντάξει.

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

Αίμα ακόμη: οι τουρκικές ρίζες ενός νεοελληνικού τοπωνυμίου.

Μιλώντας για το ιστορικό, συλλογικό, παρελθόν μας, οι Έλληνες τείνουμε να διαγράφουμε - ή να μη θέλουμε να θυμόμαστε- ιστορικές περιόδους, που δεν μας είναι αρεστές ή που δεν ταιριάζουν στον εθνικό μύθο που έχουμε δημιουργήσει και με τον οποίο έχουμε διαπαιδαγωγηθεί. Δεν είμαι εναντίον τέτοιων μύθων, που θεωρώ απαραίτητους για την υπόσταση μιας κοινότητας ανθρώπων –ή ενός έθνους εν προκειμένω- στο βαθμό που η προβολή στο συμβολικό επίπεδο καθίσταται αναγκαία ώστε αυτή η κοινότητα να δημιουργήσει και να καταξιώσει την πορεία της στο χρόνο, με τον ίδιο τρόπο που, σε ατομικό επίπεδο, κάθε άνθρωπος δημιουργεί το υπερ-εγώ και οικοδομεί την ατομική συνείδηση στη βάση κοινωνικών, εθνικών, θρησκευτικών ή άλλων συμβολισμών.

Ειδικότερα, όσον αφορά την εθνική συνείδηση, οι Έλληνες έχουμε την τάση να ανάγουμε την αρχή της ύπαρξής μας στους αρχαίους Έλληνες, παραβλέποντας –εσκεμμένα πιστεύω- το γεγονός ότι σ’ αυτό το χώρο που σήμερα ονομάζεται Ελλάδα δεν ζούσαν από την αρχή Έλληνες –οι Κυκλαδίτες και οι Μινωίτες όσο και αν δεν μας αρέσει δεν ήταν Έλληνες- αλλά και ότι κατά τη διάρκεια των αιώνων οι Έλληνες αποτέλεσαν κομμάτι μεγάλων κοσμοπολίτικων κρατικών σχηματισμών όπως η Ρωμαϊκή και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, στους οποίους ενσωματώθηκαν και ανέπτυξαν αξιολογότατη δράση. Όταν μιλάμε για Ρωμαίους Έλληνες ή για Οθωμανούς Έλληνες δεν εννοούμε βέβαια «εθνικά» αλλοτριωμένους, από την κατάκτηση, Έλληνες αλλά ούτε και «εθνικά» ακέραιους Έλληνες που σε πείσμα των κατακτητών διατήρησαν την «ελληνικότητά» τους∙ περισσότερο αναφερόμαστε σε νέους τύπους Ελλήνων που δημιούργησε μοιραία η αλληλεπίδραση των πολιτισμών.

Αν και είναι εύκολο να αποδεχτούμε την συνύπαρξη και την αλληλεπίδραση με τους αδερφούς Ρωμαίους υπό την ομπρέλα του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού –άραγε έχετε συλλογιστεί ότι είμαστε ο μοναδικός λαός στον κόσμο που καναδυό αιώνες πριν αλλά και σήμερα ακόμη αυτοπροσδιοριζόμαστε ως Ρωμαίοι ή Ρωμιοί;- τα πράγματα γίνονται άβολα όταν μιλάμε για την οθωμανική περίοδο της ιστορίας μας. Σπεύδουμε μάλιστα να κάνουμε πέρα ή να κουκουλώσουμε οποιαδήποτε αναγωγή λέξεων, ηθών και εθίμων σ΄αυτή την περίοδο εφευρίσκοντας διόδους επικοινωνίας με την αρχαία Ελλάδα υπερπηδώντας έτσι τα οθωμανικά εμπόδια. Όσο όμως κι αν θέλουμε να κρυφτούμε, το οθωμανικό μας παρελθόν είναι εκεί στη γωνία και γελάει πονηρά∙ αντί λοιπόν να αισθανόμαστε αμηχανία, καλύτερα είναι να το κοιτάξουμε κατάματα. Θα νιώσουμε λυτρωμένοι από πολλές απόψεις. Μια τέτοια ματιά στην Οθωμανική Ελλάδα θα επιχειρήσω κι εγώ σήμερα αναζητώντας τις τουρκικές ρίζες ενός νεοελληνικού τοπωνυμίου.


Πορτολάνος χάρτης των J&G Keulen, 1680


Το τοπωνύμιο για το οποίο μιλάω σημειώνεται στους πορτολάνους χάρτες, από τον 16ο αι. και εφεξής, ως λιμάνι μεταξύ Κίτρους και Θεσσαλονίκης με το όνομα Qadacha, Catacha, Cataca, και άλλες παραλλαγές. Παραμερίζοντας όλες τις άλλες ερμηνείες, τις οποίες θεωρώ συμπτώματα του κατοχικού συνδρόμου που προανέφερα, προέκρινα ως πιο εύλογη την αναγωγή της ονομασίας του λιμανιού στις τουρκικές λέξεις Kan daha που σημαίνουν «Αίμα ακόμη». Για να είμαι ειλικρινής, ο λόγος που με παρακίνησε σ’ αυτή την επιλογή, πέρα από τις ευλογοφανείς προσπάθειες μεταγραφής στο λατινικό αλφάβητο δυο λέξεων από την παλιά τουρκική γραφή, είναι κυρίως αισθητικός: η ερμηνεία «Αίμα ακόμη», πέρα από την ποιητικότητα που αναδύει, κεντρίζει περισσότερο την φαντασία∙ φτάνει βέβαια αυτή η προκατάληψή μου να έχει και μια ιστορική βάση – κι αυτό αποτέλεσε το δυσκολότερο σημείο της έρευνάς μου.


Ο Πίρι Ρέις


Το να αναζητάς πληροφορίες στη γενική ιστορία για ένα μικρό τόπο, είναι σα να ψάχνεις ψύλλους στ’ άχυρα. Το πράγμα όμως γίνεται ευκολότερο όταν βρεις ένα σταθερό σημείο εκκίνησης. Στην περίπτωσή μας αυτό το σημείο αποτέλεσε ο Piri Reis. Γεννημένος γύρω στα 1470, συνέγραψε ένα βιβλίο ναυσιπλοΐας, που εκδόθηκε το 1520/1 με τον τίτλο Kitab-i Bahriyye (β΄ διευρυμένη έκδοση 1525. Για το βιβλίο δες Dimitris Loupis, ”Piri Reis' Book on Navigation (Kitab-i Bahriyye) as a Geography Handbook”)

Είναι αυτός που ονομάζει τον όρμο, ανάμεσα στον όρμο Ḉitoroz (Κίτρος) και την πόλη Selanik (Σαλονίκη), Kandaha («Αίμα ακόμη»). Όσο ξεκάθαρη είναι η ελληνική προέλευση των τοπωνυμίων Ḉitoroz και Selanik άλλο τόσο ξεκάθαρη είναι και η τουρκική προέλευση του τοπωνυμίου Kandaha. Ας σταθούμε όμως στην ερμηνεία του τοπωνυμίου «Αίμα ακόμη» με στόχο να περιχαρακώσουμε την ιστορική περίοδο όπου θα ψάξουμε για πληροφορίες. Μια εύκολη υπόθεση που μπορεί κάποιος να κάνει είναι ότι σ’ αυτό τον τόπο θα έγινε μια αιματηρή μάχη, μια τρομερή σφαγή, της οποίας η σφοδρότητα θα ήταν τέτοια ώστε χρόνια μετά να έχει κανείς την αίσθηση ότι το αίμα των σφαγιασμένων κυλάει ακόμα. Επίπλέον, οι λέξεις προδίδουν και μια συναισθηματική φόρτιση από αυτόν που τις εκφέρει, ώστε να μας υποψιάζει ότι το αίμα που χύθηκε ήταν αδερφικό. Μπορούμε να υποθέσουμε λοιπόν ότι ονομάζοντας «Αίμα ακόμη» τον τόπο, ο Πίρι Ρέις διατηρεί ζωντανή στη μνήμη του τη σφαγή Τούρκων συμπατριωτών του και ότι αυτή η σφαγή δεν μπορεί να απέχει πολύ χρονικά. Πριν όμως καθορίσουμε την περίοδο χρειάζεται να σιγουρέψουμε το σημείο εκκίνησής μας, το οποίο δεν μπορεί να είναι το 1520/1.

Κάντε κλικ εδώ για να ξεφυλλίσετε την πρώτη καλλιτεχνική έκδοση του βιβλίου





Ο Πίρι Ρέις άρχισε να γράφει το βιβλίο του στην Κωνσταντινούπολη μετά το 1510 όντας ναύαρχος του τουρκικού στόλου. Τα ταξίδια του όμως τα έκανε πολύ νωρίτερα, παιδί ακόμα, στο πλευρό του θείου του που ήταν πειρατής. Αν γεννήθηκε λοιπόν γύρω στα 1470, θα άρχισε την καριέρα του πειρατή κάπου στα 1480/5. Αυτή η χρονολογία είναι που πρέπει να αποτελέσει το σημείο εκκίνησής μας στην ιστορική έρευνα. Αν λοιπόν αυτά τα χρόνια ο Πίρι Ρέις βρέθηκε στο Θερμαϊκό και ονόμασε την περιοχή μεταξύ Κίτρους και Θεσσαλονίκης «Αίμα ακόμη» σίγουρα θα διατηρούσε στη μνήμη του ένα σημαντικό για τους Τούρκους γεγονός που δε θα πρέπει να είχε συμβεί σε διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας. Το ερώτημα τώρα είναι αν μετά το 1460 υπήρξε τέτοιο γεγονός.

Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1453, οι Τούρκοι μπορεί να κατέλυσαν το Βυζάντιο αλλά δεν είναι ακόμα κυρίαρχοι στο Αιγαίο, όπου έχουν έναν ισχυρό αντίπαλο: τους Βενετούς. Από το β΄ μισό του 15ου ως τον 18ο αι. οι Τούρκοι θα αναμετρηθουν επτά φορές με τους Βενετούς σε ισάριθμους πολέμους που όλοι τους είχαν ως αποτέλεσμα τη σταδιακή αποχώρηση των Βενετών από την ανατολική Μεσόγειο. Την περίοδο που μας ενδιαφέρει λαμβάνει χώρα ο Α΄ βενετοτουρκικός πόλεμος (1463-1479) που είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια της Χαλκίδας για τους Βενετούς, του γνωστού Negroponte. Τώρα θα αναρωτηθείτε τι σχέση έχει η Στερεά Ελλάδα με τη Μακεδονία, η Εύβοια με τη Θεσσαλονίκη! –μόνο ένας φαντασμένος και κοκορόμυαλος βενετσιάνος ναύαρχος θα μπορούσε να ανακατέψει έτσι τα πράγματα.

Το 1469 διορίζεται αρχηγός του βενετσιάνικου στόλου ο Niccolo da Canal, λόγιος και ρήτορας, διαπιστευμένος της Βενετίας στο Βατικανό, παντελώς άσχετος με τη ναυσιπλοΐα και τη διοίκηση στόλου. Όπως συμβαίνει με τέτοιους ανθρώπους που έχουν επίγνωση της ανικανότητάς τους, θέλουν όμως να αποδείξουν ότι είναι κάποιοι, υπολογίσιμοι και άξιοι του αξιώματος που τους έχει ανατεθεί, αποτολμούν συχνά απερίσκεπτες και άχρηστες επιχειρήσεις με μόνο στόχο να επιτελέσουν ανδραγαθήματα και αξιομνημόνευτα κατορθώματα, για να διαπιστωθεί τελικά από εκείνους που τους διόρισαν ότι είναι καλύτερο να τους στείλουν από ‘κεί πού ‘ρθαν –κάπως έτσι έχει και η ιστορία του φίλου μας από την κατά τ’ αλλα επιφανή οικογένεια των da Canal που έλαχε σ’ αυτόν να αποτελέσει την ντροπή της πατρίδας του. Αμέσως λοιπόν μετά τον διορισμό του, o ψευτόμαγκας Niccolo, πήρε μερικά πλοία, κατευθύνθηκε προς βορράν και άρχισε να λεηλατεί τα παράλια της Μακεδονίας φτάνοντας ως τη Θράκη, σφαγιάζοντας όλους τους πληθυσμούς που έβρισκε, παίρνοντας μαζί του αρκετούς αιχμαλώτους που μετέφερε στη Χαλκίδα όπου έγινε δεκτός με πανηγύρια και πυροτεχνήματα. Αλλά στο θρόνο της Κωνσταντινούπολης ήταν ακόμα ο Μωάμεθ ο Β΄...

...και έφερε πολύ βαρέως τα κατορθώματα του Niccolo. Την επόμενη χρονιά εκστράτευσε με το στόλο του εναντίον της Χαλκίδας και από τους 70.000 κατοίκους της δεν έμεινε ούτε ένας: αλλους τους έσφαξε, άλλους τους κρέμασε, άλλους τους σούβλισε, άλλους τους πήρε σκλάβους... Τον Niccolo τον πήρε η Βενετία, άρον άρον, και από εκεί αγνοείται η τύχη του. Ίσως να τον πήρε ο διάολος... (για τα γεγονότα που με αρκετό σαρκασμό παρουσιάζονται εδώ δες Pierre A. MacKay, “The Content and Authorship of the Historia Turchesca” και εδώ)

Αν αναφέρθηκα στη βίαιη αντίδραση του σουλτάνου είναι για να εξηγήσω την συναισθηματική φόρτιση που απέδωσα στη φράση του Πίρι Ρέις «Αίμα ακόμη». Το δίχως άλλο επρόκειτο για μια οδυνηρή μνήμη, που 10-15 χρόνια μετά έμενε ακόμα ζωντανή στους συνομιλήκους του. Τώρα όμως ανακύπτει ένα άλλο ερώτημα: αν η δράση του da Canal εκτείνεται από τη Μακεδονία ως τη Θράκη, από το Κίτρος ως την Αίνο, γιατί ο Πίρι Ρέις ονομάζει έτσι μόνο την περιοχή μεταξύ Κίτρους και Σαλονίκης; Πολύ φοβάμαι ότι σ’ αυτό δεν μπορώ να απαντήσω. Ίσως η περιοχή αυτή να μην είχε όνομα, όπως το Κίτρος, έδρα επισκόπου από τον 10ο αι. και η Σαλονίκη, σημαντική πόλη από αρχαιοτάτων -η αρχαία Μεθώνη, η αγορά της οποίας εντοπίστηκε πρόσφατα, είχε ξεχαστεί από παλιά ...Ίσως εδώ να είχε γίνει η πιο φοβερή σφαγή, μια που από εδώ άρχισε την δράση του ο da Canal... Ίσως και όλος μου ο συλλογισμός να είναι λάθος εξ’ αρχής... Εκείνο όμως που μου μένει ως τελική εντύπωση μετά απ’ αυτή την εξιστόρηση είναι ότι η φράση «Αίμα ακόμη» έχει γίνει ακόμα πιο ποιητική, πιο ερεθιστική για τη φαντασία.

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2011

Τα αρχαία αγάλματα της Κωνσταντινούπολης

Ένα από τα τέσσερα άλογα του Αγίου Μάρκου
που μεταφέθηκαν στη Βενετία
από τον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης


Η ανάρτηση μου αυτή έρχεται ως συνέχεια αυτής για τον συμβολισμό που είχε για το Βυζάντιο το άγαλμα της Αθηνάς και στοχεύει στην παρουσίαση των χάλκινων γλυπτών της Βασιλεύουσας όπως μας τη δίνει στην ιστορία του ο Νικήτας Χωνιάτης. Ο Χωνιάτης κατέγραψε σ’ ένα υψηλής λογοτεχνικής αξίας κείμενο την ιστορία από τη βασιλεία του Ιωάννη Κομνηνού ως την Τέταρτη Σταυροφορία. Διέκοψε μάλιστα σ’ αυτό το σημείο την εξιστόρηση των γεγονότων γιατί δεν άντεχε τον πόνο από την καταστροφή της αγαπημένης του πόλης. Στα πλαίσια της εξιστόρησης της λεηλασίας και του χάους που προκάλεσαν οι σταυροφόροι στην Κωνσταντινούπολη απαριθμεί κάποια από τα χάλκινα γλυπτά που στόλιζαν τους δρόμους και τις πλατείες της πόλης, όχι για να εξάρει τις ομορφιές τους, αλλά, αλλοίμονο, για να περιγράψει την καταστροφή τους από τους σταυροφόρους, από αυτούς «τους ανέραστους του κάλλους βαρβάρους» όπως χαρακτηριστικά τους αποκαλεί.

Ο λόγος που παρουσιάζω εδώ το κείμενό του, που αποτελεί και το τέλος του έργου του, είναι για να καταρρίψουμε κάποιους μύθους. Πρώτα απ’ όλα, την απάτη των χριστιανόπληκτων, που κατάφεραν να μας πείσουν ότι οι Ρωμαίοι του Βυζαντίου δεν έκαναν τίποτα άλλο στη ζωή τους από το να ψέλνουν ολονυκτίες στις εκκλησιές και τα μοναστήρια, να στέκονται γονυπετείς μπροστά στις εικόνες και να διάγουν πολυήμερες νηστείες και προσευχές. Οι βυζαντινοί Ρωμαίοι ήταν όπως όλοι οι άνθρωποι σε κάθε εποχή: και γλεντούσαν και τραγουδούσαν και τσιλιμπούρδιζαν και έβριζαν και σπούδαζαν και φιλοσοφούσαν και δούλευαν και δημιουργούσαν.

Ύστερα, γιατί δεν αντέχω άλλο τις μπούρδες των ελληνολατρών, που για να δικαιολογήσουν την καταστροφή του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, δημιούργησαν το κακό φάντασμα του σκοταδιστικού Βυζαντίου που μισούσε κάθετι ελληνικό. Αυτό συνέβη τον 4ο και 5ο αιώνα, εποχές κρίσης, αλλά μετά τα πράγματα άλλαξαν. Η αρχαία Ελλάδα κατέλαβε τη θέση που της άξιζε και που ήταν πολύ υψηλότερη από τη θέση που της δίνει ο αμόρφωτος και αστοιχείωτος όχλος του σημερινού νεοελληνικού κρατιδίου.

Τέλος, γιατί βαρέθηκα τα κηρύγματα των τουρκομάχων που, λόγω της ιδεοληψίας τους, ανήγαγαν την άλωση του 1453 ως καθοριστικό για την ιστορία γεγονός. Αλήθεια, τι ακριβώς άλωσαν οι Οθωμανοί; Την αυτοκρατορία που είχε συρρικνωθεί γύρω από την Κωνσταντινούπολη; Την πόλη που αποτελούσαν μερικά χωριουδάκια εντός των τειχών με ενδιάμεσες έρημες, χορτιαριασμένες εκτάσεις; Τα πλούτη και το χρυσάφι των εκκλησιών; Η πραγματική άλωση της Κωνσταντινούπολης (έγκλημα κατά της ανθρωπότητας τη χαρακτήρισε ο Sir Steven Runciman) έγινε το 1204 από τους σταυροφόρους. Ο Χωνιάτης, αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων, είναι συγκλονιστικός στις περιγραφές. Οι σταυροφόροι μπήκαν στις εκκλησίες, αφαίρεσαν τα ιερά σκεύη, ποδοπάτησαν τα ιερά λείψανα για να πάρουν το χρυσό και τους πολύτιμους λίθους, άνοιξαν τους τάφους των αυτοκρατόρων για να αποσπάσουν τα τιμαλφή, αφαίρεσαν το χρυσό διάκοσμο τον κτιρίων και όταν τελειώσαν αυτά που τους γυάλιζαν στο μάτι έλιωσαν το μολύβι που βρισκόταν στις στέγες των κτιρίων και το χαλκό των αρχαίων γλυπτών. Αλλά, αναζητώντας τον πλούτο, διέπραξαν κάτι πολύ σοβαρότερο: κατασπάραξαν την ψυχή της Αυτοκρατορίας. Η Κωνσταντινούπολη, από την ίδρυσή της, δεν είχε αλωθεί ποτέ. Αιώνες αυτοκρατορικής δόξας είχαν συσσωρευτεί μέσα στα τείχη της. Σύμβολα εξουσίας και συνέχειας μέσα στο χρόνο ήταν εκεί, για να διαφυλάσσουν την ιστορική μνήμη των Ρωμαίων. Το τέλος της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν γραφτό να το δώσουν εκείνοι που αποτέλειωσαν και τη Δυτική: οι Γερμανοί. Οι Οθωμανοί το 1453 δεν έκαναν τίποτα άλλο από το να πάρουν αυτό που de facto τους ανήκε, εκθρονίζοντας τον τελευταίο Ρωμαίο αυτοκράτορα, ένα ανδρείκελο μάλλον παρά κραταιό κυβερνήτη, και να στεφθούν και de jure «Κάιζερ ι Ρουμ» (Καίσαρ των Ρωμαίων).

Αλλά ας έρθουμε στα αρχαία αγάλματα που έγιναν βορά των βαρβάρων σταυροφόρων.

1. Το κολοσσιαίο άγαλμα της Ήρας που στόλιζε την Αγορά του Κωνσταντίνου.
2. Το σύμπλεγμα του Πάριδος και της Αφροδίτης να της δίνει το μήλο της έριδος.
3. Το χάλκινο Ανεμοδούλιον, ένα μηχανισμό που έμπαινε σε λειτουργία με το φύσημα των ανέμων και άκουγες κελαηδήματα πουλιών, βελάσματα προβάτων και κάθε φυσικό ήχο και έβλεπες τους Έρωτες να πετούν μήλα ο ένας στον άλλο. [Περίφημοι ήταν αυτοί οι μηχανισμοί στο Βυζάντιο που άφηναν άφωνο κάθε επισκέπτη]
4. Toν τεράστιο έφιππο ανδριάντα στην Αγορά του Ταύρου, που άλλοι έλεγαν ότι παρίστανε τον Ιησού του Ναυή και άλλοι τον Βελλεροφόντη με τον Πήγασο.
5. Όλα τα αγάλματα του Ιπποδρόμου.
6. Τον Ηρακλή που είχε τις διαστάσεις του πρωτότυπου αγάλματος φιλοτεχνημένου από τον Λυσίμαχο.
7. Τον γάιδαρο με τον αναβάτη του που είχε στήσει ο Αύγουστος στο Άκτιο για να τον τιμήσει για τις πληροφορίες που του είχε δώσει για τον Μάρκο Αντώνιο, λίγο πριν τη μεγάλη μάχη.
8. Το κατεξοχήν σύμβολο της Ρώμης, τη λύκαινα που είχε βυζάξει το Ρώμο και τον Ρωμύλο («τα παλαιά σεμνώματα του γένους» λέει ο Χωνιάτης).
9. Το σύμπλεγμα του άνδρα με το λιοντάρι.
10. Το άλογο του Νείλου.
11. Τον ελέφαντα.
12. Τις Σφίγγες.
13. Το αχαλίνωτο, αφηνιασμένο άλογο.
14. Τη Σκύλλα.
15. Τον αετό, στον Ιππόδρομο, που είχε χρησιμοποιήσει ο Απολλώνιος ο Τυανέας για να αντιμετωπίσει τα φίδια και να σώσει το λαό του Βυζαντίου.
16. Το λάγνο άγαλμα της Ωραίας Ελένης.
17. Το σύμπλεγμα της κόρης και του έφιππου άνδρα.
18. Τους αρματηλάτες σε μια σκηνή κυνηγιού.
19. Τον βασιλίσκο, ή βου του Νείλου ή κροκόδειλο κατ’ αλλους.

Όλα αυτά, και άλλα που δεν απαριθμούνται, οι «αγράμματοι βάρβαροι» και «αναλφάβητοι» σταυροφόροι τα παρέδωσαν στη φωτιά για να τα κάνουν νομίσματα.

Αλλά ας δούμε τώρα το αριστοτεχνικό κείμενο του Χωνιάτη. Προσέξτε πώς στο κλείσιμο του έργου του, περιγράφοντας το τελευταίο γλυπτό, μεταφέρει την εικόνα της αλληλοσφαγής στα ανθρώπινα πράγματα και στην τρέχουσα κατάσταση του Βυζαντίου, κάνοντας την εξής άρτιας μορφής και μεστής νοήματος παρατήρηση: "Καὶ τὰ μὲν οὕτως ἦσαν ὑπ᾽ ἀλλήλων νεκρούμενα καὶ κοινὴ μὲν ἀμφοῖν ἡ ἅμιλλα, κοινὴ δὲ καὶ ἡ ἄμυνα, ἰσοπαλὴς δὲ ἡ νίκη, σύντροχος δὲ καὶ ὁ θάνατος".

[Το απόσπασμα του Χωνιάτη που ακολουθεί υπάρχει μεταφρασμένο στα αγγλικά εδώ.]


Ἐπεὶ δὲ χρημάτων καὶ οὕτως ἐσπάνιζον (οὐδὲ γὰρ φιλοπλουτίας κόρον ὅτε δὴ τὸ βάρβαρον ἴσησι) τοῖς χαλκοῖς ἐποφθαλμίζουσιν ἀνδριᾶσι καὶ παραδιδόασι τούτους πυρί. Ἥ τε οὖν ἐν τῇ Κωνσταντινείῳ ἀγορᾷ ἱσταμένη πολύχαλκος Ἥρα κέκοπται εἰς στατῆρας καὶ χωνείᾳ παραδίδοται, ἧς ἡ κεφαλὴ μόγις τέτρασι βοῶν ὑποτρόχοις ζεύγμασιν ἐς τὸ μέγα παλάτιον ἀποκεκόμισται.

Καὶ ἐπ᾽ αὐτῇ ὁ Πάρις Ἀλέξανδρος τῆς βάσεως ἀνατέτραπται, συνεστὼς Ἀφροδίτῃ καὶ χειρίζων ταύτῃ τὸ χρύσεον μῆλον τῆς Ἔριδος. Τὸ δὲ τετράπλευρον χαλκοῦν μηχάνημα μετέωρον ἀναβαῖνον καὶ μικροῦ τοῖς τῶν κιόνων μείζοσιν ἐς ὕψος ἀνθαμιλλώμενον, ὅσοι πολλαχῇ τῆς πόλεως ἀνεστήκασι, τίς οὐκ ἂν ὀφθαλμὸν ἐκείνῳ ἐπιβαλὼν τῆς ποικιλίας ἐθαύμασεν; ἅπας μουσικὸς ὄρνις τὰ ἐαρινὰ μελῳδῶν ἐκεῖ ἐντετύπωτο· γεηπόνων ἔργα καὶ αὐλοὶ καὶ γαυλοὶ καὶ προβάτων βληχήματα καὶ ἀρνῶν σκιρτήματα ἐξεικόνιστο· ὑφήπλωτο καὶ θαλάττιον πέλαγος καὶ νεπόδων ἀγέλαι καθωρῶντο, οἱ μὲν ζωγρούμενοι, οἱ δὲ τὰ δίκτυα τυραννοῦντες καὶ κατὰ βυθοῦ πάλιν ἀνέτως φερόμενοι· οἱ δ᾽ Ἔρωτες σύνδυο καὶ σύντρεις ἀλλήλοις ἀνθοπλιζόμενοι, γυμνοὶ περιβλημάτων, ἐβάλλοντο μήλοις καὶ ἔβαλλον, γλυκεῖ περιβρασσόμενοι γέλωτι. τοῦ δὲ τοιούτου τετραπλεύρου ἐς ὀξὺ σχῆμα κατὰ πυραμίδα
τελευτῶντος ἀπῃώρητο ἄνωθεν γυναικόμορφον εἴκασμα καὶ ταῖς πρώταις τῶν ἀνέμων κινήσεσι περισοβούμενον· ὁπόθεν καὶ Ἀνεμοδούλιον ἐπεκέκλητο.

Πλὴν ἀλλὰ καὶ τοῦτο τὸ περικαλλέστατον ἔργον τοῖς χοανευταῖς παρέδοσαν, ὥσπερ καὶ τὸν ἐν τῷ Ταύρῳ ἐπὶ τραπεζώδους βάσεως ἔφιππον ἱστάμενον ἄνδρα, τὸν ἡρωϊκὸν τὸ εἶδος καὶ τὸ μέγεθος ἀξιάγαστον. εἶναι δὲ οὗτος ἐλέγετο παρὰ μὲν ἐνίοις Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ναυῆ, τεκμαιρομένοις τὸν ἄνδρα τῇ πρὸς ἥλιον ἐκτάσει τῆς χειρὸς ἤδη τῆς πρὸς δύσιν πορείας ἐχόμενον καὶ τὴν κατὰ Γαβαὼν στάσιν οἱονεὶ ἐπιτάσσοντα, ὡς δ᾽ ἐδόκει τοῖς πλείοσιν, ὁ ἐν τῇ νήσῳ τοῦ Πέλοπος γεννηθεὶς καὶ τραφεὶς Βελλεροφόντης Πηγάσῳ ἐπικαθήμενος· ἦν γὰρ ὁ ἵππος ἀχάλινος, ὁποῖος ὁ Πήγασος παραδίδοται, ἄνετα κροαίνων κατὰ πεδίων καὶ πάντα ἀδοξῶν ἀναβάτην ὡς πτηνὸς ἅμα καὶ πεζὸς φερόμενος. ἀλλὰ καὶ φήμη παλαίφατος καὶ ἐς ἡμᾶς διαβαίνουσα τοῖς τῶν ἁπάντων ἐνέκειτο στόμασιν ἐν τῇ ἐμπροσθίῳ τοῦ ἵππου τοῦδε λαιᾷ χηλῇ ἀνδρείκελον κεύθεσθαι, τισὶ μὲν ἐκ τοῦ τῶν Βενετίκων γένους τινὸς εἶναι παραδιδόμενον, ἄλλοις δ᾽ ἑτέρου τῶν μὴ ἐνσπόνδων Ῥωμαίοις ἐπιζεφυρίων ἐθνῶν ἢ καὶ τῶν Βουλγάρων ἑνός. πολλάκις οὖν ἡ τῆς χηλῆς ἐπεποιήθη ἀσφάλισις ἐς τὸ πάντῃ ἀφώρατον ὧν ᾔδετο κρύπτειν ἔνδοθι. κατατεμαχισθέντος δὲ τοῦ ἵππου καὶ σὺν τῷ ἀναβάτῃ παραπεμφθέντος πυρὶ εὕρηται καὶ τὸ τῇ ὁπλῇ τοῦ ἵππου ἐντυμβευόμενον χαλκῆρες ἴνδαλμα καὶ ἦν περικείμενον χλαῖναν, ὁποίαν τῶν θρεμμάτων τὰ ἔρια πλέκουσιν· ὀλίγα δὲ τῶν ἐπ᾽ αὐτῷ πεφασμένων οἱ Λατῖνοι φροντίσαντες πυρὶ καὶ τοῦτο ἐνέβαλον.

Ἀλλ᾽ οὐδὲ τῶν ἐν τῷ ἱππικῷ ἱσταμένων ἀγαλμάτων καὶ ἀλλοίων θαυμαστῶν ἔργων τὴν καταστροφὴν παρῆκαν οἱ τοῦ καλοῦ ἀνέραστοι οὗτοι βάρβαροι, ἀλλὰ καὶ ταῦτα κεκόφασιν εἰς νόμισμα, ἀνταλλασσόμενοι μικρῶν τὰ μεγάλα καὶ τὰ δαπάναις πονηθέντα μεγίσταις οὐτιδανῶν ἀντιδιδόντες κερμάτων.

Κατήρειπτο οὖν Ἡρακλῆς ὁ τριέσπερος μέγας μεγαλωστὶ κοφίνῳ ἐνιδρυμένος, τῆς λεοντῆς ὑπεστρωμένης ἄνωθεν, δεινὸν ὁρώσης κἀν τῷ χαλκῷ καὶ μικροῦ βρυχηθμὸν ἀφιείσης καὶ διαθροούσης τὸ ἐφιστάμενον ἐκεῖσε τοῦ πλήθους ἀπάλαμνον. ἐκάθητο δὲ μὴ γωρυτὸν ἐξημμένος, μὴ τόξον ταῖν χεροῖν φέρων, μὴ τὸ ῥόπαλον προβαλλόμενος, ἀλλὰ τὴν μὲν δεξιὰν βάσιν ἐκτείνων ὥσπερ καὶ τὴν αὐτὴν χεῖρα ἐς ὅσον ἐξῆν, τὸν δ᾽ εὐώνυμον πόδα κάμπτων ἐς γόνυ καὶ τὴν λαιὰν χεῖρα ἐπ᾽ ἀγκῶνος ἐρείδων, εἶτα τὸ λεῖπον τῆς χειρὸς ἀνατείνων καὶ τῷ πλατεῖ ταύτης ἀθυμίας πλήρης καθυποκλίνων ἠρέμα τὴν κεφαλὴν καὶ τὰς ἰδίας οὕτω τύχας ἀποκλαιόμενος καὶ δυσχεραίνων τοῖς ἄθλοις, ὅσους αὐτῷ Εὐρυσθεὺς οὐ κατὰ χρείαν, κατὰ δὲ φθόνον μᾶλλον ἠγωνοθέτει, τῷ τῆς τύχης περιόντι φυσώμενος. ἦν δὲ τὸ στέρνον εὐρύς, τοὺς ὤμους πλατύς, τὴν τρίχα οὖλος, τὰς πυγὰς πίων, βριαρὸς τοὺς βραχίονας, καὶ εἰς τόσον προήκων μέγεθος, ἐς ὅσον, οἶμαι, καὶ τὸν ἀρχέτυπον Ἡρακλῆν εἴκασεν ἂν ἀναδραμεῖν ὁ Λυσίμαχος ὁ πρῶτον ἅμα καὶ ὕστατον τῶν ἑαυτοῦ χειρῶν πανάριστον φιλοτέχνημα τουτονὶ χαλκουργήσας, καὶ οὕτω μέγιστον ὡς τὴν περιειλοῦσαν τὸν αὐτοῦ ἀντίχειρα μήρινθον ἐς ἀνδρεῖον ζωστῆρα ἐκτείνεσθαι καὶ τὴν κνήμην τοῦ ποδὸς εἰς ἀνδρόμηκες. τοιοῦτον δ᾽ ὄντα τὸν Ἡρακλῆν οὐ παρῆλθον ἀκαθαίρετον οἱ τὴν ἀνδρείαν τῶν συννόμων ἀρετῶν διιστῶντες καὶ ταύτην ἑαυτοῖς οἰκειοῦντες καὶ περὶ πλείστου τιθέμενοι.

Τούτῳ δὲ συγκαθεῖλον καὶ τὸν σεσαγμένον καὶ σὺν ὀγκηθμῷ στελλόμενον ὄνον καὶ τὸν τούτῳ ἐφεπόμενον ὀνηγόν, οὓς ἐν Ἀκτίῳ ἔστησε Καῖσαρ ὁ Αὔγουστος, ὅ ἐστιν ἡ καθ᾽ Ἑλλάδα Νικόπολις, ἡνίκα νυκτὸς ἐξιὼν τὸ τοῦ Ἀντωνίου κατασκέψασθαι στράτευμα ἀνδρὶ ἐνέτυχεν ὄνον ἐλαύνοντι καὶ πυθόμενος, ὅστις εἴη καὶ ἔνθα πορεύεται, ἤκουσεν ὡς καλοῦμαι Νίκων καὶ ὁ ἐμὸς ὄνος Νίκανδρος, ἀφικνοῦμαι δὲ πρὸς τὴν τοῦ Καίσαρος στρατιάν.”

Οὐδὲ μὴν τῆς ὑαίνης τε καὶ λυκαίνης τὰς χεῖρας ἀπήγαγον, ἃς Ῥῶμος καὶ Ῥωμύλος ἐθήλασαν· στατήρων δὲ βραχέων, καὶ τούτων χαλκῶν, τὰ παλαιὰ σεμνώματα τοῦ γένους ἀπέδοσαν καὶ καθῆκαν αὐτὰς ἐς τὸ χωνευτήριον. ἔτι γε μὴν καὶ τὸν ἄνδρα τὸν παλαίοντα λέοντι· καὶ τὸν ἵππον τὸν Νειλῷον, ἐς οὐραῖον ἠκανθωμένον λεπίσι τὰ ὄπισθεν τοῦ σώματος λήγοντα· καὶ τὸν σείοντα τὴν προνομαίαν ἐλέφαντα· τὰς Σφίγγας ἐπὶ τούτοις, τὰς εὐειδεῖς ὡς γυναῖκας τὰ ἔμπροσθεν καὶ φρικτὰς ὡς θηρία τὰ ὄπισθεν, καινοτέρας δὲ ὡς καὶ πεζῇ βαινούσας καὶ κούφως τῷ πτερῷ φερομένας καὶ διαμιλλωμένας τοῖς τῶν ὀρνίθων μεγαλοπτέρυξι· καὶ τὸν ἀχάλινον ἵππον ὀρθιάζοντα τὸ οὖς καὶ φριμάσσοντα, γαῦρόν τε καὶ εὐήνιον προποδίζοντα· καὶ τὸ ἀρχαῖον κακόν, τὴν Σκύλλαν, μέχρι μὲν ἰξύος γυναικεῖον εἶδος προφαίνουσαν, καὶ τοῦτο προτενὲς καὶ ὑπερμαζῶν καὶ μεστὸν ἀγριότητος, τὰ δ᾽ ἔκτοτε διεσχισμένον εἰς θῆρας ἐμπηδῶντας τῇ τοῦ Ὀδυσσέως νηῒ καὶ συχνοὺς τῶν ἑταίρων καταβροχθίζοντας.

Ἦν δ᾽ ἐν τῷ ἱππικῷ καὶ χάλκεος ἀετὸς ἀνακείμενος, τοῦ ἐκ Τυάνων Ἀπολλωνίου καινὸν μεθόδευμα καὶ τῆς ἐκείνου γοητείας μεγαλοπρεπὲς μαγγάνευμα. παραβαλὼν γάρ ποτε Βυζαντίοις παρεκλήθη τὰ τῶν ὄφεων κατευνάσαι δήγματα, ὑφ᾽ ὧν ἔπασχον ἐκεῖνοι κακῶς. ἀμέλει καὶ συνερίθοις ταῖς ἀρρητουργίαις χρησάμενος, ὧν ὑφηγηταὶ δαίμονες καὶ ὅσοι τὰ τούτων πρεσβεύουσιν ὄργια, ἐπὶ στήλης ἀνίστησιν ἀετόν, ἡδονὴν ἐνστάζον ψυχαῖς ὅραμα καὶ πεῖθον χρονοτριβεῖν τοὺς αὐτοῦ θέας κατατρυφῶντας ὡς τοὺς ὑπέχοντας ἀκοὴν τὰ τῶν Σειρήνων δυσπαρόδευτα μελῳδήματα. διῇρκε μὲν γὰρ ὡς ἐς πτῆσιν τὰς πτέρυγας, ὄφις δὲ τοῖς ποσὶν ὑποκείμενος καὶ λορδούμενος ἐς ὁλκοὺς ἀπεῖργεν αὐτὸν τῆς ἀναφορᾶς, οἷα τοῖς ἄκροις τοῦ σώματος ὡς πρὸς δῆγμα ἐγχρίπτων ταῖς πτέρυξιν. ἤνυε δὲ ὁ ἰοβόλος οὐδέν· ταῖς γὰρ τῶν ὀνύχων ἐμπερονηθεὶς ἀκωκαῖς ἔσβεστο τὴν ὁρμὴν καὶ ὑπνώττειν μᾶλλον ἐδόκει ἢ γοῦν πρὸς καταπάλαισιν τοῦ ὄρνιθος ταῖς ἐκείνου προσφύεσθαι πτέρυξι. καὶ ὁ μὲν ὄφις οὕτω πνέων τὰ λοίσθια καὶ τὸν ἰὸν εἶχεν ἑαυτῷ συνθνήσκοντα· ὁ δ᾽ ἀετὸς γαῦρον ὁρῶν καὶ μόνον οὐχὶ κλώζων τὰ ἐπινίκια ὥρμα συνεξᾶραι τὸν ὄφιν καὶ ἅμα οἱ διαέριος φέρεσθαι, τεκμαίρεσθαι τοῦτο διδοὺς τῷ χαροπῷ τοῦ βλέμματος καὶ τῇ νεκρώσει τοῦ ὄφεως, ὃν εἶπέ τις ἂν ἰδὼν ἐπιλελησμένον τῶν ἑλίξεων καὶ τοῦ δάκνειν ἐς ὄλεθρον καὶ τοὺς λοιποὺς Βυζαντίους ὄφεις τῷ καθ᾽ αὑτὸν διασοβεῖν ὑποδείγματι καὶ πείθειν ταῖς χειαῖς συσπειρᾶσθαι καὶ παραβύεσθαι.

οὐ μόνον δὲ καθ᾽ ὅσα εἰρήκειμεν ἀξιάγαστον ἦν τουτὶ τὸ ἀέτειον εἴκασμα, ἀλλ᾽ ὅτι καὶ τὰ τῆς ἡμέρας ὡριαῖα τμήματα διὰ τῶν ἐν ταῖς πτέρυξι κεχαραγμένων γραμμῶν, οὐσῶν δυοκαίδεκα, τρανότατα ὑπεδήλου τοῖς τὰς ὄψεις ἐκείνῳ σὺν λόγῳ προσβάλλουσιν, ἡνίκα μὴ νεφέλαις ἐγνοφοῦτο τὰς ἀκτῖνας ὁ ἥλιος.

Τί δὲ ἡ λευκώλενος Ἑλένη καλλίσφυρός τε καὶ δολιχόδειρος, ἡ τὸ Πανελλήνιον ἐς Τροίαν ἀθροίσασα καὶ καθελοῦσα Τροίαν, ἐκ δὲ ταύτης προσοκείλασα Νείλῳ κἀκεῖθεν αὖθις ἐς ἤθη τὰ Λακώνων ἐπαναλύσασα χρόνιος; ἆρ᾽ ἐμείλιξε τοὺς δυσμειλίκτους; ἆρ᾽ ἐμάλθαξε τοὺς σιδηρόφρονας; οὐμενοῦν οὐδ᾽ ὅλως τοιοῦτόν τι δεδύνηται ἡ πάντα θεατὴν τῷ κάλλει δουλαγωγήσασα, καίπερ ἐστολισμένη θεατρικῶς καὶ δροσώδης ὁρωμένη κἀν τῷ χαλκῷ καὶ ὑγραινομένη πρὸς ἔρωτα τῷ χιτῶνι, τῷ κρηδέμνῳ, τῇ στεφάνῃ καὶ τῷ πλοχμῷ τῶν τριχῶν· ὁ μὲν γὰρ ἀραχνίων λεπτότερος ἦν, τὸ δὲ δαιδάλεον ἐπανέκειτο, ἡ δὲ διέδει τὸ μέτωπον χρυσοῦ καὶ τιμαλφῶν λίθων ὑποκρινομένη διαύγειαν, ὁ δὲ τὸ τῆς κόμης κεχυμένον καὶ διασοβούμενον πνεύμασιν ὀπισθίῳ δεσμεύματι περιέσφιγγεν ἕως κνημῶν ἐκτεινόμενον. ἦν δὲ καὶ τὰ χείλη καλύκων δίκην ἠρέμα παρανοιγόμενα, ὡς καὶ δοκεῖν ἀφιέναι φωνήν· τὸ δὲ χάριεν μειδίαμα εὐθέως προσυπαντῶν καὶ χαρμονῆς πιμπλῶν τὸν θεώμενον καὶ τὸ τοῦ βλέμματος χαροπὸν καὶ τὰς ἁψῖδας τῶν ὀφρύων καὶ τὴν λοιπὴν εὐφυΐαν τοῦ σώματος οὐκ ἦν, ὁποῖα ἦν, διαγράψαι λόγῳ καὶ παραστῆσαι τοῖς ἔπειτα.

Ἀλλ᾽ ὦ Τυνδαρὶς Ἑλένη, κάλλος αὐτόθεν καλόν, Ἐρώτων μόσχευμα, Ἀφροδίτης τημελούχημα, πανάριστον φύσεως δώρημα, Τρώων καὶ Ἑλλήνων βράβευμα, ποῦ σοι τὸ νηπενθὲς καὶ κακῶν ἁπάντων ἐπίληθες φάρμακον, ὃ Θώνου σοι παράκοιτις ἐχαρίσατο; ποῦ δὲ τὰ ἄμαχα φίλτρα; πῶς οὐκ ἐχρήσω τούτοις ὡς πάλαι καὶ νῦν; ἀλλ᾽ οἶμαί σοι ταῖς Μοίραις πέπρωται τῇ τοῦ πυρὸς ὑποπεσεῖν ἐρωῇ, μηδ᾽ ἐν εἰκόνι παυσαμένην ἀνακάειν τοὺς ὁρῶντας εἰς ἔρωτας· εἶπον δ᾽ ἂν ὡς καὶ ἀντίποινα τοῦ τὴν Τροίαν ᾐθαλῶσθαι πυρὶ ταῖς σαῖς σχετλίως φρυκτευθέντι φιλότησιν οἱ Αἰνειάδαι οὗτοι πυρί (σε) κατέκριναν. ἀλλ᾽ οὐκ ἐᾷ με τὸ χρυσομανὲς τῶν ἀνδρῶν διανοήσασθαί τι τοιοῦτον καὶ φθέγξασθαι, ὑφ᾽ οὗ τὰ σπάνια πανταχοῦ καὶ καλῶν κάλλιστα ἔργα παντελεῖ ἀφανισμῷ παρεπέμφθησαν, εἰπεῖν δὲ καὶ τὸ τὰς ἑαυτῶν γυναῖκας ὀβολῶν μετρίων πολλάκις ἀποδιδόναι καὶ ἀποπέμπεσθαι, καὶ μᾶλλον εἰ προσανέχουσι τηλίᾳ καὶ προστετήκασι πεττοῖς πανημέριοι ἢ καὶ πρὸς ὁρμὴν ἄλογον καὶ μανιώδη, οὐ μὴν ἀνδρείαν ἔμφρονα, κατ᾽ ἀλλήλων ἐνθουσιῶσι καὶ τὴν Ἄρεος σκευὴν περιτίθενται, τῆς νίκης προτιθέντες ἆθλον πάντα τὰ προσόντα σφίσιν, αὐτὰς τὰς κουριδίους ἀλόχους, ἐξ ὧν πατέρες ἠκηκόεισαν τέκνων, ἔτι δὲ τὸ μέγα χρῆμα καὶ τοῖς ἄλλοις δυσπαραίτητον τὴν ψυχήν, καὶ ἧς ἕνεκα τὰ πάντα περισπουδάζουσιν ἄνθρωποι. ἄλλως τε ποῦ παρ᾽ ἀγραμμάτοις βαρβάροις καὶ τέλεον ἀναλφαβήτοις ἀνάγνωσις καὶ γνῶσις τῶν ἐπὶ σοὶ ῥαψῳδηθέντων ἐκείνων ἐπῶν
“οὐ νέμεσις Τρῶας καὶ ἐϋκνήμιδας Ἀχαιοὺς
τοιῇδ᾽ ἀμφὶ γυναικὶ πολὺν χρόνον ἄλγεα πάσχειν·
αἰνῶς ἀθανάτῃσι θεαῖς εἰς ὦπα ἔοικεν”;

Δοτέον κἀκεῖνο τῷ λόγῳ. ἀνέκειτο ἐπὶ στήλης νεοειδὲς τὴν ὄψιν γύναιον, αὐτὸ τῆς ἡλικίας ἄγον τὸ χαριέστατον, ἐς τοὐπίσω τὴν κόμην ἀναδούμενον ἐπ᾽ ἀμφότερα τοῦ μετώπου συνεστραμμένην, οὐχ ὑπεραιωρούμενον, ἀλλ᾽ ὡς ἁπτὸν εἴη τοῖς ἐς αὐτὸ τὰς χεῖρας ἐκτείνουσι.

τούτου δὴ τοῦ μορφάσματος ἡ δεξιὰ χείρ, μηδενὸς ὑπόντος ἐρείσματος, ἄνδρα ἔφιππον ἀφ᾽ ἑνὸς ἱππείου ποδὸς ἐπὶ παλάμας ἀνεῖχεν ὡς οὐδὲ σκύφον κεράσματος ἕτερος. ἦν δ᾽ ὁ μὲν ἀναβάτης σφριγῶν τὸ σῶμα, φραττόμενος θώρακι, κνημῖσι τὼ πόδε περιστελλόμενος, πνέων ἀτεχνῶς πόλεμον· ὁ δὲ ἵππος ἀνίστη τὸ οὖς ὡς πρὸς σάλπιγγα, ὑψηλὸς τὸν αὐχένα, τὰς ὄψεις δριμὺς καὶ τὸν ἐκ τοῦ θυμοῦ δρόμον προφαίνων τοῖς ὀφθαλμοῖς· οἱ δὲ πόδες ἀνεφέροντο ἀέριοι τὸ πολεμικὸν ἐπιδεικνύντες σάλευμα.

Μετὰ δὲ τὸ εἴκασμα τουτὶ ἄγχιστα τοῦ τῶν τετρώρων ἑῴου καμπτῆρος, ὃς ἐπεκέκλητο τοῦ Ῥουσίου, ἁρματηλάται ἄνδρες ἀνεστήλωντο, τῆς διφρευτικῆς προγράμματα δεξιότητος, μόνον οὐχὶ διαπρυσίως τῇ διαθέσει τῶν χειρῶν τοῖς διφρηλάταις παρεγγυώμενοι ὡς χρὴ προσπελῶντας τῇ νύσσῃ μὴ ἐφεῖναι τὰ χαλινά, ἀλλ᾽ ἐγκλίνειν ἀνασειρασμῷ τοὺς ἵππους καὶ συνεχεῖ καὶ σφοδροτέρῳ χρῆσθαι τῷ μύωπι, ὅπως περικλώμενοι τῆς νύσσης ἐχόμενα ἐῶσι τὸν συντρέχοντα ἀντίτεχνον τὴν ἐκ περιόδου ἐλᾶν καὶ ὕστατον ἔρχεσθαι, κἂν ἵππους δρομικωτέρους ἡνιοχῇ καὶ τὴν ἁμιλλητήριον τέχνην ὁρῷτο εὐπαίδευτος.

Ὁ δὲ λόγος καὶ ἄλλο τι προσθήσει τοῖς εἰρημένοις· οὐδὲ γὰρ συγγράψασθαι τὰ πάντα προύθετο. χάριεν τὴν θέαν καὶ τὴν τέχνην μικροῦ τῶν πάντων θαυμασιώτερον βάσις ἦν λιθίνη καὶ ἐπ᾽ αὐτῆς χαλκήλατον ζῷον παρὰ τοσοῦτον οὐκ ἀναμφήριστον βοῦν εἰκονίζον, παρ᾽ ὅσον βραχύκερκον ἦν μηδὲ βαθεῖαν καθεικὸς φάρυγγα, οἵαν οἱ Αἰγύπτιοι βόες τρέφουσι, μήτε μὴν χηλαῖς ὁπλιζόμενον. συνεῖχε δὲ τοῦτο ταῖς γένυσι καὶ εἰς πνῖγμα συνέθλιβε ζῷον ἕτερον δι᾽ ὅλου τοῦ σώματος λεπίσι θωρακιζόμενον οὕτω τραχείαις, ὡς καὶ ἐν χαλκῷ λυπεῖν τὸν ἁπτόμενον. ᾔδετο δὲ τὸ μὲν βασιλίσκον εἶναι, τὸ δὲ ἀσπίδα τὸ συμμαρπτόμενον τούτου τῷ στόματι· οὐκ ὀλίγοις δὲ τὸ μὲν Νειλῷος βοῦς, τὸ δὲ κροκόδειλος εἶναι εἰκάζετο.

Ἐμοὶ μὲν οὖν οὐ μέλον τοῦ τῶν δοξῶν ἀνομοίου, εἰπεῖν δὲ τὸ καινήν τινα τὴν πάλην ἀμφότερον τίθεσθαι καὶ δρᾶν ἐν μέρει καὶ πάσχειν κακῶς ὑπ᾽ ἀλλήλων ἑκάτερα, ὀλλύναι τε καὶ ὄλλυσθαι, καὶ κρατεῖν ἐν ταὐτῷ καὶ κρατεῖσθαι, καὶ νικᾶν ἄμφω καὶ ὑπ᾽ ἀλλήλων καταπαλαίεσθαι. τὸ μὲν γάρ, ὁ καὶ φημιζόμενος βασιλίσκος, διῳδήκει ἅπαν ἐκ κεφαλῆς ἕως καὶ αὐτοῦ τοῦ τῶν ποδῶν πέλματος καὶ κατιωμένον ὅλον τὸ σῶμα καὶ ὑπὲρ τὸ βατράχειον χρῶμα ἐχλώριζε, τοῦ φαρμάκου διαδραμόντος τὴν τοῦ ζῴου ξύμπασαν διαρτίαν καὶ εἰς θάνατον χρώσαντος.

ἐς γόνυ τοίνυν συνίζανε, τὸ ὄμμα ἔσβεστο τῆς ζωτικῆς ἐκμαρανθείσης δυνάμεως· μᾶλλον μὲν οὖν ἐδίδου τοῖς ὁρῶσι δοξάζειν ὡς πάλαι ἂν ἀνατέτραπτο νεκρωθέν, εἰ μὴ τῶν ποδῶν αἱ βάσεις ὑπήρειδον καὶ πρὸς στάσιν ὑπανεῖχον ὄρθιον. ἦν δὲ καὶ θάτερον ὁμοίως, τὸ ταῖς γένυσιν ἐνισχόμενον, βραχὺ μὲν τὸ οὐραῖον ἀσπαῖρον, μέγα δὲ κεχηνὸς τῷ ἀπάγχεσθαι τῇ τῶν γομφίων ξυνοχῇ· καὶ ξυντείνεσθαι μὲν ἐῴκει καὶ ὁρμᾶν πειρᾶσθαι τοῦ τῶν ὀδόντων ἕρκους διεκδῦναι καὶ διεκπεσεῖν τοῦ χάσματος, οὐκ ἴσχυε δέ, ὅτι τὰ μετὰ τοὺς ὤμους εὐθὺς καὶ τῶν ποδῶν τοὺς ἐμπροσθίους καὶ ὅσα τῷ οὐραίῳ συνήπτοντο μέρη τοῦ σώματος ἡ τοῦ στόματος ξυνεῖχε διάστασις καὶ ταῖς γένυσιν ἐνεπείρετο.

Καὶ τὰ μὲν οὕτως ἦσαν ὑπ᾽ ἀλλήλων νεκρούμενα καὶ κοινὴ μὲν ἀμφοῖν ἡ ἅμιλλα, κοινὴ δὲ καὶ ἡ ἄμυνα, ἰσοπαλὴς δὲ ἡ νίκη, σύντροχος δὲ καὶ ὁ θάνατος. ἐμοὶ δ᾽ ἔπεισιν εἰπεῖν ὡς τὸ φθείρεσθαι παρ᾽ ἀλλήλων καὶ σὺν ἀλλήλοις ἀπάγεσθαι τὴν ἐς θάνατον τὰ τῶν κακῶν κηρεσιφόρα καὶ ἀνθρώποις ὀλέθρια μὴ μόνον ἐν εἰκόσιν εἴη διατυποῦσθαι ἢ καὶ τοῖς ἀλκιμωτέροις τῶν ζῴων τοῦτο ἐπισυμβαίνειν, ἀλλὰ καὶ παρ᾽ ἔθνεσι συχνάκις γίνεσθαι, ὁποῖα τοῖς Ῥωμαίοις ἡμῖν ἐπεστράτευσε, φονῶντα κατ᾽ ἀλλήλων καὶ ὑπ᾽ ἀλλήλων, ὀλλύμενα δυνάμει Χριστοῦ τοῦ διασκορπίζοντος ἔθνη τὰ τοὺς πολέμους θέλοντα καὶ μὴ χαίροντος αἵμασιν, ὃς καὶ δίκαιον ἐπ᾽ ἀσπίδα καὶ βασιλίσκον δείκνυσιν ἐπιβαίνοντα καὶ λέοντα καταπατοῦντα καὶ δράκοντα.

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

Τῇ Ὑπερμάχῳ: ποια ήταν η Υπέρμαχος Στρατηγός του Βυζαντίου;


Πάντα για μένα ήταν μια σπαζοκεφαλιά. Πώς ήταν δυνατό η αγνή, αθώα εβραιοπούλα Μαριάμ να έχει επωμιστεί ενα τέτοιο βαρύ για τους ντελικάτους ώμους της ρόλο; Πώς ήταν δυνατόν η κρινοδάκτυλη παρθένος των Ευαγγελίων να έχει ζωστεί σπαθί και περικεφαλαία και σε ρόλο μάλιστα στρατηγού να ηγείται του ρωμαϊκού στρατεύματος; Μα, τόσο διεστραμμένοι και ηλίθιοι ήταν αυτοί οι Ρωμαίοι; Ύστερα από σκέψη κατέληξα στο όχι, οι Ρωμαίοι δεν ήταν ηλίθιοι, ήταν πανούργοι∙ ηλίθιοι είμαστε εμείς που τους πιστέψαμε. Τα όσα ακολουθούν αποτελούν δικές μου, προσωπικές σκέψεις που δεν κατάφερα να επιβεβαιώσω σε κάποια βιβλία, τα γεγονότα όμως στα οποία στηρίζομαι είναι σαφώς καταγεγραμμένα στις ιστορικές πηγές.

Είναι γνωστό τοις πάσι ότι η Κωνσταντινούπολη, η περιλάλητη «Βασιλίς των πόλεων» ήταν στολισμένη με αξιομνημόνευτα και θαυμάσια δημόσια κτίρια, τις δε πλατείες και τους δρόμους της διακοσμούσαν αρχαία αγάλματα, που τα περισσότερα μετέφερε ο Μέγας Κωνσταντίνος από τη Ρώμη. Η λαμπρότητα αυτών των στολιδιών παρακίνησε τους λογίους του Βυζαντίου να τα φωτογραφίσουν με το λόγο τους δημιουργώντας έτσι ένα από τα πιο γνήσια λογοτεχνικά είδη του Μεσαίωνα, τις περίφημες Εκφράσεις. Από τη Χρυσή Πύλη λοιπόν, τη χερσαία είσοδο των Θεοδοσιανών τειχών από την οποία εισέρχονταν οι σημαντικοί επισκέπτες αλλά και οι αυτοκράτορες όταν επέστρεφαν, μέχρι το αυτοκρατορικό κέντρο της πόλης –μια απόσταση περίπου πέντε χιλιομέτρων- διέτρεχαν λεωφόροι διακοσμημένοι με αγάλματα, που διακόπτονταν από μια σειρά αγορών, τους φόρους (forum) του 4ου, 5ου και 6ου αιώνα. Στην Αγορά του Ταύρου για παράδειγμα, υπήρχε ένας τεράστιος χάλκινος έφιππος ανδριάντας, ενώ στην οβάλ Αγορά του Κωνσταντίνου, εκτός από τη Στήλη του αυτοκράτορα υπήρχε και το κολοσσιαίο άγαλμα της Ήρας, που λέγαν ότι το κεφάλι του χρειάστηκαν τέσσερα ζευγάρια βόδια για να το μεταφέρουν. Στην Αγορά που ονόμαζαν Αυγουστείον δέσποζε η τεράστια Στήλη με το άγαλμα του Ιουστινιανού. Ο αδαής Ροβέρτος ντε Κλαρί περιγράφει τον καβαλάρη, όπως τον ονομάζει, να έχει υψωμένο το χέρι του προς τις χώρες των ειδωλολατρών και να έχει μια επιγραφή που έλεγε ότι ο αυτοκράτορας ποτέ δεν θα συνθηκολογούσε με τους Σαρακηνούς. Συγκρατείστε αυτή τη στάση του αγάλματος του Ιουστινιανού∙ θα την ξαναβρούμε αναζητώντας την ταυτότητα της Υπερμάχου Στρατηγού.

Η αλήθεια είναι ότι οι βυζαντινοί Ρωμαίοι έδιναν σ’ αυτά τα αγάλματα –και ιδιαίτερα στα αγάλματα των θεών και ηρώων της αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής μυθολογίας- συμβολικές διαστάσεις προσέχοντας επιμελώς να μην τους αποδίδουν θεϊκές ιδιότητες. Ο συμβολισμός όμως βάραινε ιδιαίτερα. Όπως στην περίπτωση του Ισαάκιου Άγγελου που, τις κρίσιμες μέρες που οι Σταυροφόροι σουλάτσαραν ανέμελα στη πόλη, διέταξε να αφαιρέσουν από το βάθρο του στον Ιππόδρομο τον Καλυδώνιο Κάπρο –ένα τρομερό τέρας, ρεαλιστικά αποδομένο με τις τρίχες της ράχης του ορθωμένες- και να τον τοποθετήσουν μπροστά από το Μεγάλο Παλάτι για να προστατεύει τον αυτοκράτορα από τον όχλο της πόλης –προσέξτε, όχλος εδώ είναι οι ίδιοι οι βυζαντινοί Ρωμαίοι, όχι οι ξένοι, πράγμα που αποδεικνύει ότι μόνο σ’ αυτούς θα μπορούσε να λειτουργήσει ένας τέτοιος συμβολισμός.

Οι Ρωμαίοι του Βυζαντίου λοιπόν, ήταν εθισμένοι στον συμβολισμό των αρχαίων αγαλμάτων και αυτός ήταν ένας έξυπνος τρόπος να συμφιλιωθούν με το αρχαίο, ειδωλολατρικό τους παρελθόν. Αυτό είναι το μέλημα και του Νικήτα Χωνιάτη όταν περιγράφει την οδύνη του για την καταστροφή του αγάλματος της θεάς Αθηνάς που δέσποζε σ’ ένα βάθρο στην Αγορά του Κωνσταντίνου. Για να μην σας ζαλίζω με το αρχαίο κείμενο, ας παρακολουθήσουμε την περιγραφή του Χωνιάτη μέσα από την εξιστόρηση του Jonathan Phillips στο βιβλίο του Η Τέταρτη Σταυροφορία και η λεηλασία της Κωνσταντινούπολης (μτφ. Λεωνίδας Καρατζάς, εκδ. Ωκεανίδα 2005):

Ο Χωνιάτης εξυμνεί εκστασιασμένος την ομορφιά αυτού του χάλκινου έργου ύψους τριών μέτρων και η λεπτομερής περιγραφή του παρακολουθεί το σώμα του αγάλματος από τα πόδια μέχρι το κεφάλι. Αναθυμάται με αγάπη τις βαθιές πτυχές του χιτώνα που κάλυπτε το σώμα της, τη σφιχτή ζώνη γύρω από τη μέση και το επινώτιο από δέρμα κατσίκας που ήταν διακοσμημένο με το κεφάλι της Μέδουσας, το οποίο κάλυπτε τα προτεταμένα στήθη και τους ώμους της. Περιγράφει μαγευτικά τον αισθησιασμό που απέπνεε ο μακρύς γυμνός λαιμός της και θεωρεί ότι τα χείλη της ήταν τόσο όμορφα που, εάν στεκόσουν και αφουγκραζόσουν προσεκτικά, μπορούσες να ακούσεις τη φωνή της. Ήταν τόσο ζωντανή αυτή η αναπαράσταση, ώστε οι φλέβες της Αθηνάς έμοιαζαν διεσταλμένες, γεμάτες αίμα, και στο σώμα της έμοιαζαν να κυλούν οι χυμοί της ζωής. Τα μάτια ήταν γεμάτα νοσταλγία, η περικεφαλαία της είχε στην κορυφή ένα λοφίο από τρίχες αλόγου, ενώ τα μαλλιά της ήταν σφιχτοπλεγμένα σε κοτσίδες στο πίσω μέρος του κεφαλιού και πλαισίωναν το πρόσωπό της με μικρούς βοστρύχους. Το αριστερό χέρι της Αθηνάς ήταν περασμένο μέσα στο φόρεμά της, αλλά η θέση του δεξιού της χεριού σφράγισε τη μοίρα του αγάλματος. Σύμφωνα με τον Χωνιάτη, το κεφάλι της και το δεξί της χέρι ήταν στραμμένα προς νότον [στους Άραβες δηλαδή], αλλά οι μάζες [το επιρρεπές στην οινοποσία τμήμα του χυδαίου όχλου κατά τον Χωνιάτη] (αγνοώντας τα σημεία του ορίζοντα) θεώρησαν ότι η θεά κοιτούσε δυτικά, άρα με το χέρι της καλούσε το σταυροφορικό στρατό στην πόλη. Γι’ αυτή την υποτιθέμενη προδοσία το άγαλμα αφαιρέθηκε απο το βάθρο του και κομματιάστηκε. Κατά τον Χωνιάτη αυτό ισοδυναμούσε με πράξη αυτοακρωτηριασμού και θεώρησε ότι ήταν ανοησία να στραφεί ο όχλος κατά της θεάς του πολέμου και της σοφίας.

Ο συμβολισμός που αποδίδονταν στη θεά Αθηνά –επαγρύπνηση μπροστά στον αραβικό κίνδυνο, το σοβαρότερο για αιώνες εχθρό του Βυζαντίου, στην ίδια ακριβώς στάση με το άγαλμα του Ιουστινιανού- αλλά και ο λανθασμένος συμβολισμός που της αποδόθηκε από τον όχλο, μαρτυρούν το βαρύ φορτίο που σήκωνε στους ώμους του το εν λόγω άγαλμα. Τα σχόλια δε του Χωνιάτη για αυτοακρωτηριασμό αποτελούν σαφή νύξη για τον κίνδυνο που διέτρεχε, μετά την καταστροφή του αγάλματος, η ασφάλεια του Βυζαντίου και για την τρέχουσα δεινή θέση στην οποία αυτό είχε περιέλθει. Οι περισσότεροι ιστορικοί λίγο ή πολύ συγκλίνουν στο εξής συμπέρασμα: οι σταυροφόροι δεν κατέκτησαν το Βυζάντιο, αλλά το Βυζάντιο αυτοκτόνησε: «Η Βασιλίς των Πόλεων, με όλα τα μεγαλοπρεπή κτίριά της και τα σύμβολα της εξουσίας, είχε οδηγηθεί στην υποταγή από ανίκανους ηγεμόνες, το εξημμένο πλήθος της και τους ανένδοτους εχθρούς της» (Τζόναθαν Φίλιπς).

Δεν ξέρω αν ο Νικήτας Χωνιάτης εξιστορώντας τα γεγονότα της εποχής τα ερμηνεύει δίνοντας τους εκ ων υστέρων συμβολικές διαστάσεις –ως λόγιος σπουδαγμένος στα Πανεπιστήμια της Κωνσταντινούπολης και ως άριστος τεχνίτης της ελληνικής γλώσσας θα πρέπει να αρέσκονταν σε τέτοιου είδους εκλεπτυσμένους πνευματικούς ακροβατισμούς-, το σίγουρο πάντως είναι ότι μας δίνει ένα καλό επιχείρημα για να ταυτοποιήσουμε την Υπέρμαχο Στρατηγό του Βυζαντίου. Ήδη θα καταλάβατε που οδηγώ τη συζήτηση. Ας μην κρυβόμαστε άλλο. Εκείνο που διατείνομαι είναι ότι η Υπέρμαχος Στρατηγός του Βυζαντίου δεν ήταν η Παρθένος Μαρία των Εβραίων, αλλά μια άλλη παρθένος, η θεά Αθηνά των Ελλήνων. Αυτή ήταν που οδηγούσε για αιώνες τους Έλληνες και τους Ρωμαίους στις μάχες και οι Ρωμαίοι του Βυζαντίου το γνώριζαν αυτό. Τι κι αν η θρησκεία είχε αλλάξει; Η θεά ήταν ακόμα εκεί για να τους οδηγεί σε νικηφόρους πολέμους. Δεν μπορούσαν βέβαια να το παραδεχτούν αυτό ανοιχτά. Αυτή η πεποίθησή τους έπρεπε να συγκαλυφθεί. Η θεά Αθηνά έπρεπε να κρυφτεί πίσω από ένα άλλο πρόσωπο της κυρίαρχης θρησκείας, του χριστιανισμού δηλαδή, που κάπως να της μοιάζει, δηλαδή να προστατεύει την πόλη και να είναι παρθένος όπως αυτή: η Θεοτόκος για παράδειγμα. Οι Ρωμαίοι έπρεπε να εφεύρουν ένα καμουφλάζ προκειμένου να συνεχίσουν να οδηγούνται σε νικηφόρους πολέμους. Της έγραψαν κι έναν ύμνο που λέει τα εξής:

Ρωμανού του Μελωδού

Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια
ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια
ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, θεοτόκε·
ἀλλ' ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον
ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,
ἵνα κράζω σοι·
“Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε”.


[Σε σένα, τη στρατηγό που μάχεται για μας, αφιερώνει η πόλη σου τη νίκη και σε ευχαριστεί που τη λύτρωσες απ’ τις συμφορές∙ έτσι γλίτωσέ με από κάθε κίνδυνο, εσύ που έχεις τη δύναμη ακατανίκητη, κι εγώ θα σε φωνάζω: Χαίρε Κόρη, που δε γεύτηκες ποτέ τις χαρές του γάμου]

Όπως ήδη θα έχετε παρατηρήσει, από την μετάφραση μου λείπει το «θεοτόκε». Αυτό, είπαμε, είναι το καμουφλάζ. Χωρίς αυτό ο ύμνος κάλλιστα μπορεί να αποδοθεί στη θεά Αθηνά (Για να είμαστε ειλικρινείς η αποστροφή Χαίρε νύμφη ανύμφευτε ταιριάζει μόνο στην Αθηνά). Και μη μου πείτε ότι εισάγω καινά δαιμόνια. Δε φταίω εγώ αν εσείς παραπλανημένοι από την πανουργία των Ρωμαίων καταλάβατε λάθος. Οι Ρωμαίοι πάντως διάβαζαν σωστά. Όπως ο Μανουήλ Φιλής, σύγχρονος του Χωνιάτη, που μετέγραψε το κοντάκιο του Ρωμανού στη γλώσσα της εποχής του ως εξής:

Μανουήλ Φιλή

Σοὶ τῇ στρατηγῷ τῶν βροτῶν ὑπερμάχῳ
Τὸν εὐχαριστήριον, ἁγνὴ παρθένε,
Εἴτουν ἐπινίκιον ὡς δοῦλος πλέκω,
Ῥυσθεὶς διὰ σοῦ τῶν κακῶν τῶν ἐν βίῳ·
Τὸ γοῦν ἀπροσμάχητον αὐχοῦσα κράτος
Πολυτρόπων αὖθίς με κινδύνων ῥύου.
ἵνα βοῶ σοί, Χαῖρε νύμφη πλὴν γάμου.


Σας το είπα. Ήταν πανούργοι αυτοί οι Ρωμαίοι! Δεν πειστήκατε; Για δείτε και τον ομηρικό ύμνο στην Αθηνά; Σας θυμίζει κάτι;

Εἰς Ἀθηνᾶν
Παλλάδ᾽ Ἀθηναίην ἐρυσίπτολιν ἄρχομ᾽ ἀείδειν
δεινήν, ᾗ σὺν Ἄρηϊ μέλει πολεμήϊα ἔργα
περθόμεναί τε πόληες ἀϋτή τε πτόλεμοί τε,
καί τ᾽ ἐρρύσατο λαὸν ἰόντα τε νισόμενόν τε.
Χαῖρε θεά, δὸς δ᾽ ἄμμι τύχην εὐδαιμονίην τε.


[Αρχίζω το τραγούδι μου για την Παλλάδα Αθηνά,
την πόλη που λυτρώνει,
την φοβερή,
που με τον Άρη αντάμα νοιάζουν αυτή
τα έργα του πολέμου,
των πόλεων οι αλώσεις κι οι αμάχες,
που σώζει το λαό που πάει κι έρχεται στη μάχη.
Χαίρε θεά,
ευτυχία και τύχη χάρισέ μας.]

Ήδη διαπιστώσατε κι εσείς τις αναλογίες με τον ύμνο του Ρωμανού, δε χρειάζεται να τις επισημάνω. Ακόμη δεν πειστήκατε; Στο κοντάκιο του Ρωμανού εντύπωση προκαλεί η πληθώρα των επιθέτων με τα οποία χαρακτηρίζεται η Παρθένος. Για μετρήστε και τα επίθετα της Αθηνάς στον ορφικό ύμνο που ακολουθεί...


Ἀθηνᾶς, θυμίαμα ἀρώματα.
Παλλὰς μουνογενή(ς), μεγάλου Διὸς ἔκγονε σεμνή,
δῖα, μάκαιρα θεά, πολεμόκλονε, ὀμβριμόθυμε,
ἄρρητε, ῥητή, μεγαλώνυμε, ἀντροδίαιτε,
ἣ διέπεις ὄχθους ὑψαύχενας ἀκρωρείους
ἠδ᾽ ὄρεα σκιόεντα, νάπαισί τε σὴν φρένα τέρπεις,
ὁπλοχαρής, οἰστροῦσα βροτῶν ψυχὰς μανίαισι,
γυμνάζουσα κόρη, φρικώδη θυμὸν ἔχουσα,
Γοργοφόνη, φυγόλεκτρε, τεχνῶν μῆτερ πολύολβε,
ὁρμάστειρα, φίλοιστρε κακοῖς, ἀγαθοῖς δὲ φρόνησις·
ἄρσην μὲν καὶ θῆλυς ἔφυς, πολεματόκε, μῆτι,
αἰολόμορφε, δράκαινα, φιλένθεε, ἀγλαότιμε,
Φλεγραίων ὀλέτειρα Γιγάντων, ἱππελάτειρα,
Τριτογένεια, λύτειρα κακῶν, νικηφόρε δαῖμον,
ἤματα καὶ νύκτας αἰεὶ νεάταισιν ἐν ὥραις,
κλῦθί μου εὐχομένου, δὸς δ᾽ εἰρήνην πολύολβον
καὶ κόρον ἠδ᾽ ὑγίειαν † ἐπ᾽ εὐόλβοισιν † ἐν ὥραις,
γλαυκῶφ᾽, εὑρεσίτεχνε, πολυλλίστη βασίλεια.


Έχετε ακόμα αμφιβολίες; Αυτό σημαίνει ότι πέσατε για τα καλά στην παγίδα των Ρωμαίων. Τι σημαίνει αυτό; Ότι εσείς εξακολουθείτε να διαβάζετε Μαρία ενώ αυτοί εννοούσαν Αθηνά. Ίσως χρειάζεται μια ευρύτητα πνεύματος για να βγείτε από την παγίδα. Γιατί «...εμείς οι μυημένοι/γνωρίζουμε για ποιόνα εγράφησαν οι στίχοι./Οι ανίδεοι Αντιοχείς διαβάζουν, Εμονίδην», θα έλεγε ο Καβάφης

[Τα αρχαία κείμενα πήρα από τον Θησαυρό της Ελληνικής Γλώσσας, ένα λογισμικό που συγκεντρώνει ό,τι έχει γραφτεί στην ελληνική γλώσσα (και όχι μόνο) από τον Όμηρο ως το 1453 και που έχω εγκατεστημένο στον υπολογιστή μου. Από εδώ πήρα και την περιγραφή του αγάλματος της Αθηνάς από τον Χωνιάτη. Έναν κατάλογο των χάλκινων αγαλμάτων της Βασιλεύουσας μας δίνει ο Χωνιάτης στο τέλος της ιστορίας του αναφερόμενος στις καταστροφές που προκάλεσαν οι σταυροφόροι καθώς προς αναζήτηση πλούτου έλιωσαν όλα τα χάλκινα γλυπτά της πόλης. Δες εδώ]

Νικήτα Χωνιάτη

Έκφρασις του της Αθηνάς αγάλματος
Ἀλλὰ καὶ τῶν ἀγοραίων οἱ φιλοινότεροι τὸ ἑστὼς ἐπὶ στήλης ἐν τῷ Κωνσταντινείῳ φόρῳ τῆς Ἀθηνᾶς ἄγαλμα εἰς πλεῖστα διεῖλον τμήματα· ἐδόκει γὰρ τοῖς ἄφροσι σύρφαξιν ὑπὲρ τῶν ἐξ ἑσπέρας ἐστοιχειῶσθαι τοῦτο στρατῶν. ἀνέβαινε μὲν τὴν ἡλικίαν ὄρθιον ὡς ἐς τριακάδα ποδῶν, ἠμφίεστο δὲ στολὴν ἐξ ὁποίας ὕλης ὅλον τὸ ἰνδαλλόμενον κεχαλκούργητο. ποδήρης δ᾽ ἦν ἡ στολὴ καὶ συμπτυσσομένη πολλαχῇ τῶν μερῶν, ὡς μή τι τοῦ σώματος παραφαίνοιτο, ὅπερ ἡ φύσις περιστέλλειν ἐπέταξε. μίτρα δ᾽ Ἄρεος τὴν ἰξὺν διειληφυῖα ἱκανῶς αὐτὴν περιέσφιγγεν. εἶχε δὲ κἀπὶ τοῖς στέρνοις ὂν ὀρθοτίτθιον ποικίλον αἰγιδῶδες ἐπένδυμα, τῶν ὤμων διεξικνούμενον, τὴν τῆς Γοργόνης τυποῦν κεφαλήν. ὁ δέ γε αὐχὴν ἀχίτων ὢν καὶ πρὸς τὸ δολιχόδειρον ἐκτεινόμενος ἄμαχον εἰς ἡδονὴν θέαμα ἦν. τοσοῦτον δ᾽ ὁ χαλκὸς πρὸς τὴν ἑκάστου μίμησιν πειθήνιος ὑπηλλάττετο, ὥστε καὶ τὰ χείλη δόξαν παρεῖχον, ὡς εἰ προσμενεῖ τις, μείλιχον φωνὴν ἐνωτίσεται. καὶ φλεβῶν δὲ διεκτάσεις ὑπεκρίνοντο καὶ ὡς ὑγρὸν ὅλον τὸ σῶμα ἐν οἷς ἔδει περιεκλᾶτο καὶ ζωῆς ἀπέχον μετεῖχεν ὡς ζῶν ἀνθηρότητος, τοὺς ὀφθαλμοὺς ἱμέρῳ παντὶ ῥεόμενον. ἵππουρις δ᾽ ἐπικειμένη τῇ κεφαλῇ δεινὸν καθύπερθεν ἔνευεν. ἡ δὲ κόμη ἐς πλέγμα συνεστραμμένη καὶ δεσμουμένη ὄπισθεν, ὅση κέχυτο ἐκ μετώπων, τρυφή τις ἦν ὀφθαλμῶν, μὴ ἐπίπαν τῷ κράνει συνεχομένη, ἀλλά τι καὶ παρεμφαίνουσα τοῦ πλοχμοῦ. τῶν δὲ χειρῶν ἡ μὲν λαιὰ τὰ συνεπτυγμένα τῆς ἐσθῆτος ἀνέστελλε, θατέρα δ᾽ ἐκτεινομένη πρὸς κλίμα τὸ νότιον εἶχε καὶ τὴν κεφαλὴν ἠρέμα ἐγκλινομένην ἐκεῖ καὶ τὰς τῶν ὀφθαλμῶν ἐπ᾽ ἴσης τεινομένας βολάς·
ὅθεν οἱ μηδὲ τὰς θέσεις τῶν περάτων ὁπωσοῦν ἐπιστάμενοι ἐς ἑσπέραν ἀφορᾶν τὸ ἄγαλμα διετείνοντο καὶ οἷον ἐπισπᾶσθαι χειρὶ τὰ ἐκ δυσμόθεν στρατεύματα, κακῶς κρίνοντες καὶ μὴ πρὸς ἔννοιαν ὀρθὴν τοῖς ὁρατοῖς ἐπιβάλλοντες. Οἱ μὲν οὖν μετὰ τοιούτων κινημάτων τῆς διανοίας τὸ τῆς Ἀθηνᾶς συνέτριψαν ἄγαλμα, ἢ μᾶλλον τοῖς χείροσιν ἀεὶ προβαίνοντες καὶ καθ᾽ ἑαυτῶν ὁπλῖται γινόμενοι τὴν ἀνδρείας καὶ φρονήσεως ἐπιστάτιν κἀν τοῖς τύποις αὐτοῖς ἀπεώσαντο.

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Ένας αρχαίος μπλόγκερ


Κάποιος θα μπορούσε να παραλληλίσει τον Ηρόδοτο –γιατί περί αυτού πρόκειται- με έναν σημερινό μπλόγκερ παρασυρμένος από μια, επιπόλαια στην αρχή, αποδεδειγμένα εσφαλμένη εκ των υστέρων, άποψη περί επαγγελματικής δεοντολογίας ή επιστημονικής ακρίβειας όσον αφορά στην καταγραφή και μετάδοση των γεγονότων. Είναι ήδη γνωστή από την αρχαιότητα η δυσπιστία για την αξιοπιστία των δεδομένων της ηροδότειας ιστορίας, κατά πόσο δηλαδή ο ιστορικός είχε ελέγξει επαρκώς τις πηγές και τις πληροφορίες πριν τις καταγράψει ως ιστορικά γεγονότα• η διάνθηση δε της ιστορικής αφήγησης με χρησμούς, όνειρα και φαντάσματα καθώς και η παρουσίαση μύθων και θρύλων ως ρυθμιστικών παραγόντων της ιστορίας τού προσέδωσαν και το χαρακτηρισμό του παραμυθά. Με τον ίδιο τρόπο επικρίνεται σήμερα η προθυμία και η βιασύνη των σύγχρονων μπλόγκερς να μεταδώσουν ειδήσεις ως τετελεσμένα γεγονότα, χωρίς να διασταυρώσουν και να ελέγξουν τις πηγές τους όπως θα έκανε ο κάθε ευσυνείδητος και έντιμος δημοσιογράφος του καιρού μας.

Τέτοιες αιτιάσεις, για ανευθυνότητα ή παραπλάνηση του αναγνωστικού κοινού, μπορούν να διατυπωθούν ανεπιφύλακτα και προς τους δυο –προς τον Ηρόδοτο και τους σημερινούς μπλόγκερς- από το βάθρο της επιστημονικής ιστορίας από τη μια μεριά, και της επίσημης δημοσιογραφίας από την άλλη –και ως ένα βαθμό είναι θεμιτό, όταν τα κριτήριά μας για την παρουσίαση του ιστορικού γίγνεσθαι είναι η πιστότητα και η αμεροληψία. Στόχος μου εδώ δεν είναι να υπονομεύσω τις δυνατότητες μιας αντικειμενικής έκθεσης των γεγονότων -στην οποία δεν πιστεύω μια και η παραμικρή δυνατότητα επιλογής από μια πληθώρα πηγών και μαρτυριών υποκρύπτει μια εκ των προτέρων ιδεολογική τοποθέτηση αρκετή για να διαστρέψει την αντικειμενική έκθεση σε μια ακόμα ερμηνευτική προσέγγιση- αλλά να παρουσιάσω κάποιες άλλες ποιότητες του ηροδότειου έργου, ώστε να ανακαλύψουμε και την ποιότητα των σημερινών μπλόγκερς• και αντιστρόφως, με αυτή την αποδεδειγμένη ποιότητα των σημερινών μπλόγκερς να απονείμουμε στον Ηρόδοτο τον τίτλο του αρχαίου έλληνα μπλόγκερ.

Ο Ηρόδοτος, όπως και ο σημερινός μπλόγκερ, καταγράφει ό,τι ακούει, «λέγει τα λεγόμενα», όσο αντιφατικές κι αν είναι οι πληροφορίες που συλλέγει –τουλάχιστον έτσι φαίνεται εκ πρώτης όψεως- ο μεν μπλόγκερ για να αποδώσει τη σύγχρονή του πολυσχιδή πραγματικότητα με τις δυνατότητες που του παρέχει η όλο και εξελισσόμενη τεχνολογία, ο δε Ηρόδοτος χρησιμοποιώντας τα μέσα που τότε διέθετε, την όψιν, την γνώμην, την ιστορίην και την ακοήν, με στόχο να μη ξεθωριάσει ο χρόνος τα «γενόμενα εξ ανθρώπων» και να μη σβήσουν άδοξα τα έργα «τα μεγάλα τε και θωμαστά» (τα παραθέματα από το προοίμιο της Ιστορίης του). Και στις δυο περιπτώσεις, του σημερινού μπλόγκερ και του αρχαίου Ηροδότου, έχουμε να κάνουμε με ένα δημιούργημα που το χαρακτηρίζει η ποικιλία του υλικού: από τη μια, το σύγχρονο μπλογκ, όπως το γνωρίζουμε, και από την άλλη, το ηροδότειο έργο, που συνιστά έναν πολύχρωμο ιστορικό καμβά που εξυφαίνεται με μια πληθώρα από γεωγραφικές και εθνογραφικές πληροφορίες, ανέκδοτα και νουβέλες, νόμους και θρησκευτική ιστορία, πολιτική και πολεμική ιστορία.

Μια που όλοι έχουμε ξεκάθαρη στο μυαλό μας την εικόνα ενός σύγχρονου μπλογκ, ας επικεντρωθούμε καλύτερα στο έργο του Ηροδότου, για να δούμε πως οργανώνεται, ώστε να κάνουμε εκ των υστέρων ενδιαφέροντες παραλληλισμούς. Ο Ηρόδοτος λοιπόν έχει αναλάβει να εντοπίσει τις αιτίες της έχθρας μεταξύ ελλήνων και βαρβάρων. Κάποιος, αρκετά επιπόλαια, θα νόμιζε ότι αυτή η έχθρα («διαφορή» την ονομάζει ο ίδιος) αφορά μόνο στις πολεμικές συγκρούσεις με κορυφαία την ελληνοπερσική, κάτι που προσέδωσε στον Ηρόδοτο το χαρακτηρισμό του ιστορικού των μηδικών πολέμων –όχι άδικα βέβαια αφού αυτοί καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος του έργου του, καθώς αποτελούν σχεδόν σύγχρονη για τον ιστορικό πραγματικότητα (ο ίδιος γεννήθηκε κατά πάσα πιθανότητα λίγο πριν το 480, στα χρόνια της δεύτερης εναντίον των Ελλήνων περσικής εκστρατείας) και οι πληροφορίες σίγουρα ήταν περισσότερες. Η επέκταση όμως της ιστορικής αφήγησης πέραν των Περσών και σε άλλους λαούς όπως οι Σκύθες, οι Ινδοί, οι Λυδοί, οι Αιγύπτιοι, και οι αναδρομές στο μυθολογικό ή ιστορικό παρελθόν που συχνά απαντούν στο έργο του πάντα έφερναν σε αμηχανία τους μελετητές, οι δε προσθήκες με τη μορφή της νουβέλας ή του ανέκδοτου αποτελούσαν πέτρα σκανδάλου για κάθε μεταγενέστερο σοβαρό ιστορικό. Μήπως αυτές οι σκανδαλώδεις παρεκβάσεις του Ηροδότου, των οποίων επίγνωση φαίνεται να είχε και ο ίδιος, δεν αποτελούν καταστροφικές ή διαλυτικές αποκλίσεις από την ιστορική αφήγηση, αλλά σημαίνοντα και απαραίτητα συστατικά της; Μήπως ο ιστορικός είχε στο μυαλό του κάτι άλλο, πιο φιλόδοξο και πιο σύνθετο από την απλή καταγραφή της περσικής ιστορίας;

Ας κοιτάξουμε λίγο διαφορετικά τον αρχαίο μας ιστορικό, από τη σκοπιά του μπλόγκερ. Ιστορίη, λοιπόν, θα ονομάζαμε το μπλογκ του Ηροδότου με υπότιτλο Περί της των ελλήνων και βαρβάρων διαφορής. Αν κλικάρουμε σε κάποια σημεία του θα διαβάσουμε πολλά και διάφορα: σημαίνοντες διαλόγους (όπως τον περίφημο διάλογο ανάμεσα στον Σόλωνα και τον Κροίσο, ή εκείνον ανάμεσα στον Ξέρξη και τον Δημάρατο), εθνογραφικές και γεωγραφικές πληροφορίες που ικανοποιούν την περιέργεια του ανήσυχου Έλληνα της εποχής (για τη Σκυθία, την Αίγυπτο ή την Ινδία), νουβέλες και ανέκδοτα (όπως των Περσών Γύγη και Κανδαύλη ή του Πολυκράτη, τυράννου της Σάμου). Εύκολα κανείς μπορεί να απομονώσει αυτό το υλικό από τον κορμό του κυρίως ιστορικού έργου και να το μελετήσει αυτόνομα, ξεχωριστά από την καθ’ αυτή ιστορική αφήγηση. Η δομή δε του ηροδότειου έργου φαντάζει τόσο χαλαρή και ελαστική που χωράει ακόμα και μύθους όπως αυτούς της Ιούς, της Ευρώπης, της Μήδειας και της Ελένης, στους οποίους ο ιστορικός αναζητά την απαρχή της έχθρας ανάμεσα σε έλληνες και βαρβάρους. Για όλους αυτούς τους λόγους ο Ηρόδοτος έχει επικριθεί από τους συγχρόνους του, αλλά και από μεταγενέστερους ιστορικούς για ανακρίβεια, φλυαρία, αποπροσανατολισμό, έλλειψη σοβαρότητας, προχειρότητα. Μήπως όμως όλα αυτό το υλικό δεν έχει ριχτεί ατάκτως και τυχαία μέσα στο μπλογκ του αρχαίου μας συναδέλφου, αλλά διέπεται από ένα καλά μελετημένο αρχιτεκτονικό σχέδιο που υπόκειται σε μια γερά θεμελιωμένη κοσμοαντίληψη; Και ποια είναι αυτή;

Μια πρόχειρη απάντηση θα βρισκόταν στον τίτλο και τον υπότιτλο του ηροδότειου ιστολογίου: από τη στιγμή που ο δεδηλωμένος στόχος είναι η καταγραφή των διαφορών μεταξύ ελλήνων και βαρβάρων, ο,τιδήποτε μπορεί να φωτίσει αυτό το στόχο, από λαϊκή δοξασία –ο μύθος κρύπτει νουν αληθείας, θα έλεγε ο Κάλβος- ως ιστορικά γεγονότα, έχει μια θέση στο μπλογκ. Πολύ δε μάλλον όταν ο μπλόγκερ Ηρόδοτος υπήρξε αυτήκοος ή αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων που καταγράφει, δικαιολογώντας στο έπακρο τον τίτλο του ιστολογίου του: Ιστορίη. Όμως ο Ηρόδοτος είναι πολύ πιο σύνθετος• το ιστολόγιό του έχει μια περίτεχνη αρχιτεκτονική, ο ιστορικός του λόγος δομείται σαν τον ιστό της αράχνης. «Η αντίληψη του Ηροδότου», σημειώνει ο Δ.Ν. Μαρωνίτης (Ηροδότου Ιστορίαι. Κλειώ. Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια: Δ.Ν. Μαρωνίτη, Βιβλιοθήκη Αρχαίων Κλασικών Γκοβόστη 1964), «για την πορεία και την εξέλιξη της ιστορίας και της ανθρώπινης μοίρας δεν είναι ευθύγραμμη αλλά κυκλική: η περιφέρεια έχει ένα σταθερό σημείο γένεσης-αιτίας, ένα ανοδικό τόξο ακμής-ύβρεως και ένα καθοδικό τόξο καταστροφής-τιμωρίας. Η αρχή αυτή επιβεβαιώνεται στα μέρη και στο σύνολο του έργου, στα γεγονότα και στα πρόσωπα –προπαντός σε όσα συνάπτονται με τον ασιατικό κόσμο. Ο Κροίσος, ο Καμβύσης, λιγότερο ο Δαρείος και περισσότερο ο Ξέρξης διαγράφουν ο καθένας τους ένα τέτοιο κύκλο με τη μοίρα και τα έργα τους, που έχει σαφή και τα τρία σημεία που τονίσαμε. Το εκπληκτικό είναι ότι οι κύκλοι που αφορούν τους πέρσες βασιλείς (Κύρο, Καμβύση, Δαρείο, Ξέρξη) συναποτελούν μια μεγάλη πάλι περιφέρεια: στο σημείο της γένεσης βρίσκεται ο Κύρος, το ανοδικό τόξο καλύπτει ο Καμβύσης και το ανώτατο σημείο ο Δαρείος• με τον Ξέρξη αρχίζει η καταστροφή, ύστερα από μια αιωρούμενη στιγμή, όπου η δύναμη και το μεγαλείο του περσικού κράτους δίνουν την τελευταία τους παράσταση (Άβυδος, Δορίσκος)».

Τι είναι λοιπόν αυτό που συνέλαβε ο πολυδαίδαλος και περίλαμπρος νούς του Ηροδότου; Τι κρύβεται πίσω από τα φαινομενικά ατάκτως ερριμμένα γεγονότα του ιστολογίου του; Τι σημαίνει γι’ αυτόν Ιστορίη; Ιστορία για τον Ηρόδοτο, επισημαίνει ο Μαρωνίτης, δεν είναι τα γεγονότα, αλλά οι πράξεις οι ανθρώπινες, οι ενέργειες συγκεκριμένων και ονομασμένων ανθρώπων με προσωπική μοίρα και ζωή. Η διαφορή, εκφρασμένη στο επίπεδο των πολεμικών συγκρούσεων, αποτελεί τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε έλληνες και βαρβάρους, κατά ένα μυστικό τρόπο όμως, ιδωμένη στον κύκλο των ανθρωπηίων πρηγμάτων, είναι αυτή που τους κρατάει δεμένους στον ίδιο χορό. Και εδώ ακριβώς είναι που ο Ηρόδοτος βρήκε το αντικειμενικό βάθρο για να πατήσει πάνω του, να εποπτεύσει τριγύρω του και να τιθασεύσει το ρουν της ιστορίας. «Μέσα σ’ αυτόν τον κύκλο [των ανθρωπηίων πρηγμάτων]», τονίζει ο Μαρωνίτης, «μπορούν οι αντίπαλοι να συζητούν (ο Σόλων με τον Κροίσο, ο Ξέρξης με το Δημάρατο, ο ορχομένιος Θέρσανδρος με τον ομοτράπεζό του Πέρση)• εδώ ο Πολυκράτης, ο Περίανδρος, ο Κύρος, ο Ξέρξης, ο Απρίης, ο Άμασις μοιάζει να έχουν μεταξύ τους μια συγγένεια πολύ πιο βαθιά από την έχθρα που τους χωρίζει». Και καταλήγει: «Στο έργο του Ηροδότου υπάρχει η διαχωριστική γραμμή όσο βρισκόμαστε στα πολεμικά γεγονότα• μόλις πλησιάσουμε στο χώρο της σκέψης, εκεί το χάσμα ανάμεσα στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα αρχίζει να γεφυρώνεται. Όταν τέλος κατεβούμε στο υπέδαφος της ανθρώπινης μοίρας, εκεί πια δε χωρίζει τίποτε τους Έλληνες από τους βαρβάρους: ο νόμος της συγγραφής του Ηροδότου είναι η κοινότητα της ανθρώπινης μοίρας».

Ας αλλάξουμε λοιπόν τον υπότιτλο στο μπλογκ του φίλου μας από τα παλιά. Γιατί δεν μας μιλά πια για την έχθρα ελλήνων και βαρβάρων αλλά για την κοινή ανθρώπινή μας μοίρα: Περί των ανθρωπηίων πρηγμάτων. Με τον Ηρόδοτο η ιστορία δικαιολογεί πλήρως την κατάταξή της στις ανθρωπιστικές επιστήμες. Το μπλογκ του όμως που θα καταταχθεί; Στην φιλανθρωπία ή στην ανθρωποφαγία; Και αυτό το ερώτημα μας φέρνει στο σήμερα και στην κατάσταση που επικρατεί στη μπλογκόσφαιρα. Ο λόγος που ασχολήθηκα την παρούσα στιγμή με τον αρχαίο μπλόγκερ Ηρόδοτο έχει διπλή στόχευση: η μία είναι ιδεολογική και αφορά σε εκείνα τα σύγχρονα μπλογκς που εκτοξεύουν ρατσιστικές επιθέσεις και βολές μίσους εναντίον των ξένων και των αλλοτρίων αφορμώμενοι από μια κούφια και υπερφίαλη αντίληψη της ελληνικότητας• η άλλη στοχεύει στην ανάδειξη μιας άλλης, μη διακριτής με την πρώτη ματιά, ποιότητας του μπλόγκιγκ: Ένα ιστολόγιο, ιδωμένο συνολικά, με τον τίτλο του, τον υπότιτλο, την προμετωπίδα του, με τις αναρτήσεις του, τις ετικέτες του, τα σχόλια του, τις παράπλευρες στήλες του, τα λινκς του, αποτελεί μια σύνθετη ενότητα που λέει πολύ περισσότερα από ό,τι αφήνει να διαφανεί ένα απομονωμένο τμήμα του, πολύ περισσότερο όταν αυτό είναι ένα από τα σχόλια κάποιου επισκέπτη του. Αν θέλουμε να ξεκλειδώσουμε ένα ιστολόγιο πρέπει να μάθουμε να κρίνουμε πιο συνθετικά, όχι επιπόλαια, αναζητώντας τη βαθύτερη ουσία του, τον περίτεχνα καμωμενο ιστό του -όπως κάναμε στο ιστολόγιο του φίλου μας Ηρόδοτου- και δεν θα πρέπει να βιαζόμαστε, διά μιας και εκ του προχείρου, να αποδώσουμε κατηγορίες σε έναν μπλόγκερ για παραπληροφόρηση ή, αντίθετα, επαίνους για ακριβή παρουσίαση των γεγονότων -δεν είναι αυτός ο στόχος του, όπως και του Ηροδότου άλλωστε- προπάντων δε, πρέπει να μάθουμε να το απολαμβάνουμε. Η επισήμανση του Μαρωνίτη για το έργο του Ηροδότου μπορεί κάλλιστα να ισχύσει και για ένα καλό ιστολόγιο: «Η ιστορία του κερδίζει από την πρώτη στιγμή τον αναγνώστη της με τον άμεσο και οικείο τόνο της, που συχνά λείπει στα λεγόμενα κλασικά έργα, με το αδιόρατο αλλά διεισδυτικό χιούμορ της, που όχι σπάνια φέρνει σε αδιέξοδο τον σχολαστικό ερευνητή, αλλά εξασφαλίζει τους όρους για τη γέννηση μιας απροσδιόριστης ευφορίας στο πνεύμα και την ψυχή εκείνου που απροκάλυπτα πλησιάζει το βιβλίο. Το έργο χωρίς να είναι ευτράπελο, είναι συχνά διασκεδαστικό, και η σοβαρότητά του δεν ξεπέφτει ποτέ στην παγερή και απωθητική σοβαροφάνεια. Κοντολογίς: διαβάζεται και στο γραφείο και στην πολυθρόνα, και για ξεκούραση και για ενδοσκόπηση».

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails