Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2010

Γιατί ο Καλλικράτης πρέπει να αποκτήσει την ελβετική ιθαγένεια

Αφορμή για την παρούσα ανάρτηση αποτελεί η συζήτηση που άρχισε για το σχέδιο αναδιάρθρωσης (αποφεύγω τον κακοπαθημένο στην Ελλάδα όρο μεταρρύθμιση) της τοπικής αυτοδιοίκησης, «Καλλικράτης». Πιστεύω πως στόχος κάθε νέας πρότασης θα πρέπει να είναι η μείωση της γραφειοκρατίας και, κυρίως, η συμμετοχή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων. Δεν αναφέρομαι βέβαια στον νεόκοπο όρο "συμμετοχική δημοκρατία" που τόσο άβασάνιστα χρησιμοποιούν οι πολιτικοί - η δημοκρατία είναι είτε έμμεση είτε άμεση, εξασκείται είτε από αντιπροσώπους των πολιτών είτε από τους ίδιους τους πολίτες. Αντί λοιπόν να πειραματιζόμαστε με αμφιβόλου ποιότητας και αποτελεσματικότητας όρους προκειμένου να αντιμετωπίσουμε το λεγόμενο δημοκρατικό "έλλειμα", πιο σώφρον θα ήταν να ανατρέξουμε σε δοκιμασμένα παραδείγματα αντιμετώπισης αυτού του ελλείματος. Έχω στο μυαλό μου το ελβετικό παράδειγμα, και αυτό σκοπεύω να παρουσιάσω εδώ, επικεντρώνοντας την προσοχή μου σ’ αυτό που αποτελεί το χαρακτηριστικό του γνώρισμα: την Άμεση Δημοκρατία.

Μια καλή –σύμφωνα με τις κριτικές - παρουσίαση του πολιτικού συστήματος της Ελβετίας κάνει ο Gregory Fossedal στο βιβλίο του Direct Democracy in Switzerland, όπου παράλληλα διηγείται πως μια χώρα με λίγους φυσικούς πόρους κατόρθωσε να γίνει μια από τις πιο πετυχημένες οικονομίες του κόσμου και πως ένα έθνος με οξύτατες θρησκευτικές και γλωσσικές διαιρέσεις έχτισε την πολιτική του ενότητα και απολαμβάνει σήμερα μια βαθιά κοινωνική γαλήνη. Στόχος του βιβλίου είναι να προβάλει το ελβετικό παράδειγμα ως πρότυπο με το οποίο πρέπει να αναμετρηθούν οι δυτικές δημοκρατίες τον 21ο αιώνα.

Βασική φιλοσοφία του ελβετικού πολιτικού συστήματος είναι η αποκέντρωση της εξουσίας και η άμεση δημοκρατία όπως εξασκείται με τα συχνά δημοψηφίσματα και το δικαίωμα για υποβολή πρότασης νόμου που έχουν οι εκλογείς. Όπως και σε πολλά άλλα δημοκρατικά καθεστώτα, στυλοβάτες του πολιτικού συστήματος στην Ελβετία είναι οι διακριτές εξουσίες (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική) και τα κόμματα, που άλλοτε συνασπίζονται κι άλλοτε όχι – επιπλέον το κράτος στην Ελβετία έχει ομόσπονδο χαρακτήρα. Δύο όμως είναι τα ιδιαίτερα γνωρίσματα του ελβετικού παραδείγματος: η βουλευτική ιδιότητα χαρακτηρίζεται ως ημιαπασχόληση – αυτό σημαίνει ότι οι βουλευτές είναι υποχρεωμένοι να εξασκούν κι ένα άλλο επάγγελμα προκειμένου να βγάλουν τα προς το ζην- και τα συχνά δημοψηφίσματα που αποτελούν ένα σταθεροποιητικό παράγοντα για το κοινοβούλιο, την κυβέρνηση, την οικονομία και την κοινωνία.

Στη συνέχεια θα εξηγήσω αυτόν το σταθεροποιητικό ρόλο που έχουν τα δημοψηφίσματα.
1. Τα δημοψηφίσματα ενισχύουν τη διάθεση για πολιτικούς συμβιβασμούς, στους οποίους προσφεύγει κάθε κυβέρνηση γνωρίζοντας τη δυνατότητα που έχει το αντίπαλο κόμμα να προκαλέσει δημοψήφισμα. Σ’ αυτή την περίπτωση η «απειλή» του δημοψηφίσματος δρα αποτρεπτικά περιορίζοντας την κυβερνητική αλαζονεία.
2. Τα δημοψηφίσματα ευνοούν τους μεγάλους συνασπισμούς, στους οποίους καταφεύγουν τα κόμματα προκειμένου να ξεπεράσουν το σκόπελο που μοιραία αυτά δημιουργούν.
3. Τα δημοψηφίσματα ενισχύουν την πολιτική σταθερότητα. Καθώς ακραίοι νόμοι θα μπλοκαριστούν σ’ ένα δημοψήφισμα, τα κόμματα είναι λιγότερο πρόθυμα να προτείνουν ριζοσπαστικές αλλαγές και οι ψηφοφόροι λιγότερο πρόθυμοι να ζητήσουν τέτοιες αλλαγές στις εκλογές. Επίσης δεν είναι απαραίτητο να παραιτηθεί η κυβέρνηση αν χάσει σ’ ένα δημοψήφισμα, γιατί τα δημοψηφίσματα λύνουν το πρόβλημα –την αποτροπή ενός ακραίου νόμου- πιο καίρια και πιο αποτελεσματικά.

Ας δούμε τώρα από ποια στάδια περνάει η ψήφιση ενός νόμου. Πρώτον, ένα προσχέδιο ετοιμάζεται από την ομοσπονδιακή διοίκηση. Δεύτερον, το προσχέδιο παρουσιάζεται σε ένα μεγάλο αριθμό θεσμικών παραγόντων όπως κυβερνήσεις των καντονιών, πολιτικά κόμματα, μη κυβερνητικές οργανώσεις, ενώσεις πολιτών, που σχολιάζουν και προτείνουν αλλαγές. Τρίτον, το αποτέλεσμα παρουσιάζεται στις αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές, συζητείται κεκλεισμένων των θυρών και ακολουθεί η δημόσια διαβούλευση του στην ολομέλεια του κοινοβουλίου. Σ’ αυτό το στάδιο, οι βουλευτές πρέπει να λάβουν πολύ σοβαρά υπόψη τα αποτελέσματα του δεύτερου σταδίου, γιατί αν δεν το κάνουν είναι αναπόφευκτο το τέταρτο στάδιο: το εκλεκτορικό σώμα έχει δικαίωμα βέτο στους νόμους. Αν οποισδήποτε μπορέσει και συγκεντρώσει σε διάστημα τριών μηνών 50.000 υπογραφές, πρέπει να γίνει δημοψήφισμα για το συγκεκριμένο νόμο.

Οι πολίτες όμως διαθέτουν το δικαίωμα και άλλης παρέμβασης στο πολιτικό σύστημα: 100.000 υπογραφές μπορεί να προκαλέσουν αλλαγές στο Σύνταγμα. Το ομοσπονδιακό κοινοβούλιο είναι υποχρεωμένο να συζητήσει την πρόταση των πολιτών, να τη δεχτεί ή να την απορρίψει, ή να προτείνει μια εναλλακτική. Όποια κι αν είναι η πρόταση του κοινοβουλίου, οι πολίτες είναι αυτοί που στο τέλος θα αποφανθούν με δημοψήφισμα αν θα δεχτούν την πρόταση, αν θα δεχτούν την εναλλακτική, ή αν θα προτιμήσουν να μην αλλάξει τίποτα.

Αυτά βέβαια ισχύουν σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Στο επίπεδο των καντονιών και των τοπικών κοινοτήτων, οι πολίτες μπορούν να προκαλέσουν μεγάλο αριθμό δημοψηφισμάτων για θέματα της καθημερινότητας, συλλέγοντας βέβαια λιγότερες υπογραφές. Είναι χαρακτηριστική η παρουσίαση του Fossedal που μας ταξιδεύει από το Appenzeller-Innerrhoden, ένα μικρό αγροτικό καντόνι στα βορειοανατολικά, όπου οι κάτοικοι πραγματοποιούν στην πλατεία του χωριού την ετήσια συνελευσή τους για να νομοθετήσουν, στην Belinzona, στον ιταλόφωνο νότο, όπου μια ανεπίσημη επιτροπή κανονίζει να βρει εκχιονιστήρες για να ξεθάψουν κάποιους αποκλεισμένους ντόπιους, στο Hittnau, κοντά στη Ζυρίχη, όπου γίνεται μια συνάντηση ανάμεσα στους δημοτικούς συμβούλους και στους εκκλησιαστικούς επιτρόπους για τις μεταξύ τους θεσμικές σχέσεις, και στο Vevey, στη γαλλόφωνη δυτική Ελβετία, όπου το τοπικό συμβούλιο αποφασίζει με δημόσια ψηφοφορία, για το αν ένας Γιουγκοσλάβος, ένας Ρουμάνος και τρεις Ιταλοί θα γίνουν πολίτες του Vevey, και κατ’ επέκταση όλης της Ελβετίας (όπως και έγιναν). [από την κριτική του Brian Beedham (The Economist) για το βιβλίο του Fossedal.]

Τώρα θα μου πείτε ότι τέτοια πράγματα δεν μπορούν να γίνουν στην Ελλάδα, ότι η Ελβετία είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση κτλ, κτλ. Όπως επισημαίνει όμως ο Brian Beedham, «ο Θεός δε σχεδίασε την Ελβετία ως μονοπώλιο για την άμεση δημοκρατία». Αυτό σημαίνει ότι κάθε λαός μπορεί να την εξασκήσει αρκεί να την επιδιώξει. Όσο όμως στην Ελλάδα δε θέτουμε το ζήτημα της διοίκησης – κεντρικής και τοπικής- στη βάση της συμμετοχής των πολιτών σ’ αυτήν και όσο ασχολούμαστε με ψευτοδιλήμματα τύπου νομαρχία ή περιφέρεια, αντινομάρχης ή αντιπεριφερειάρχης, τόσο καταλαβαίνουμε όλοι ότι η κουβέντα γίνεται για το ποιος θα έχει τη μεγαλύτερη κουτάλα – για να τρώει περισσότερο.

Πληροφορίες γι' αυτή την ανάρτηση άντλησα από εδώ και από εδώ

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

Ένα άρθρο για τους μετανάστες και τις κουλτούρες (του Kenan Malik, μτφ. Στοππάκιος)

Αυτή είναι η μετάφραση του άρθρου που σας υποσχέθηκα. Νομίζω ότι συμβάλλει αρκετά στον προβληματισμό πάνω σε θέματα μεταναστών και κουλτούρας. Πάνω από όλα όμως θέτει επιτακτικό το ερώτημα: Τι κοινωνία θέλουμε να δημιουργήσουμε; Αυτό το ερώτημα πρέπει να καθοδηγεί τη μεταναστευτική πολιτική της Ελλάδας, που ελπίζουμε κάποια στιγμή να τη δουμε να διατυπώνεται ξεκάθαρα και ολοκληρωμένα. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι δεν πρέπει να μας ενδιαφέρει αν σ’ αυτήν την κοινωνία θα συμμετέχουν μαύροι, άσπροι, κίτρινοι, χριστιανοί, μουσουλμάνοι ή ό,τι άλλο. Πρέπει πέρα από φυλές, θρησκείες, εθνικότητες να δημιουργήσουμε αξίες καθολικές, στις οποίες όλοι θα συμμετέχουν και για τις οποίες όλοι θα είναι περήφανοι. Μόνο έτσι μπορεί να επιτευχθεί μια συνεκτική κοινωνία που θα στοχεύει στην πρόοδο και στην ευημερία όλων.


Όλες οι κουλτούρες δεν είναι ίσες
Οι φιλελεύθεροι της Δύσης και οι φονταμενταλιστές του Ισλάμ απορρίπτουν εξίσου τις ιδέες της νεοτερικότητας, της οικουμενικότητας και της προόδου.


του Kenan Malik


«Αποκηρύσσω την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία», έγραφε ο CLR James. «Αλλά σέβομαι τη γνώση και τις εμβριθείς ανακαλύψεις του δυτικού πολιτισμού» (1)

Ο James ήταν ένας από τους μεγάλους ριζοσπάστες του εικοστού αιώνα, αντι-ιμπεριαλιστής, εξαιρετικός ιστορικός των αγώνων των μαύρων, μαρξιστής που παρέμεινε πιστός στον μαρξισμό ακόμα και όταν δεν ήταν πια της μόδας. Αλλά σήμερα η υπεράσπιση του «δυτικού πολιτισμού» από τον James θα απορριπτόταν προφανώς ως ευρωκεντρική, ακόμα και ως ρατσιστική.

Το να είσαι ριζοσπάστης σήμερα σημαίνει να δυσανασχετείς με ο,τιδήποτε είναι «δυτικό» - με το οποίο όλοι εννοούν τον μοντερνισμό και τις ιδέες του Διαφωτισμού – στο όνομα της «ποικιλομορφίας» και της «διαφορετικότητας». Το μοντερνιστικό πρόγραμμα της επιδίωξης μιας έλλογης, επιστημονικής κατανόησης του φυσικού και κοινωνικού κόσμου – πρόγραμμα στο οποίο ο James πρωτοστάτησε χωρίς να ντρέπεται- σήμερα ευρέως θεωρείται επικίνδυνη, ή ακόμη και καταπιεστική, φαντασίωση.
«Η καθυπόταξη», σύμφωνα με τον φιλόσοφο David Goldberg, «προσδιορίζει την τάξη του Διαφωτισμού: καθυπόταξη της φύσης από την ανθρώπινη διάνοια, αποικιακός έλεγχος διαμέσου της υλικής και πολιτιστικής κυριαρχίας και οικονομική ανωτερότητα διαμέσου της επικράτησης των νόμων της αγοράς». (2) Η βαθιά γνώση της φύσης και της ορθολογικής οργάνωσης της κοινωνίας, που κάποτε θεωρούνταν η βάση της ανθρώπινης χειραφέτησης, έχουν τώρα γίνει παράγων της ανθρώπινης υποδούλωσης.

Ο οικουμενισμός του Διαφωτισμού, διατείνονται αυτοί οι κριτικοί, είναι ρατσιστικός γιατί επιδιώκει να επιβάλει τις ευρω-αμερικανικές ιδέες της ορθολογικότητας και της αντικειμενικότητας στους άλλους λαούς. «Ο οικουμενικός λόγος της νεότερης Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών», διατείνεται ο Edward Said, «υπολαμβάνει τη σιωπή, ηθελημένη ή μη, του μη-ευρωπαϊκού κόσμου». (3)

Όχι μόνο για τους ριζοσπάστες, αλλά και για πολλούς επικρατούντες φιλελευθέρους, ο δρόμος που άρχισε με το Διαφωτισμό καταλήγει στην αγριότητα, ακόμα και στη γενοκτονία. Όπως διατείνεται ο κοινωνιολόγος Zygmunt Bauman «Κάθε συστατικό του Ολοκαυτώματος... ήταν κανονικό... με την έννοια ότι συμβαδίζει πλήρως με ό,τι γνωρίζουμε για τον πολιτισμό μας, τους εμπνευσμένους καθοδηγητές του, τις προτεραιότητές του, το έμφυτο όραμά του για τον κόσμο – και για τους ενδεδειγμένους τρόπους επιδίωξης της ανθρώπινης ευτυχίας μαζί με την τέλεια κοινωνία.» (4)

Ο στόχος του αντι-ιμπεριαλισμού δεν ήταν να απορρίψει τις δυτικές ιδέες, αλλά να τις επαναδιεκδικήσει για λογαριασμό όλης της ανθρωπότητας.
Η άποψη ότι ο μοντερνισμός βρίσκεται στη ρίζα κάθε κακού είναι τόσο διάχυτη ώστε μόνο δεξιοί αντιδραστικοί, όπως ο Ιταλός πρωθυπουργός Silvio Berlusconi, η τέως πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Margaret Thatcher ή ο μακαρίτης Ολλανδός πολιτικός Pim Fortuyn φαίνεται μερικές φορές πως είναι πρόθυμοι να υπερασπιστούν την πίστη του CLR James στην ανωτερότητα της «γνώσης και των εμβριθών ανακαλύψεων του δυτικού πολιτισμού».

Έτσι, η πραγματική ερώτηση που μπορεί κανείς να ρωτήσει στο ξημέρωμα της 11ης Σεπτεμβρίου δεν είναι, όπως έχουν προτείνει πολλοί, «Γιατί μας μισούν;», αλλά μάλλον «Γιατί φαίνεται να μισούμε τους εαυτούς μας;» Γιατί συμβαίνει οι δυτικοί φιλελεύθεροι και ριζοσπάστες να έχουν τόσο απογοητευτεί με το μοντέρνο πολιτισμό, ώστε κάποιοι να καλωσορίσουν ακόμη και την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους ως μια αντι-ιμπεριαλιστική πράξη;

Ο CLR James, όπως οι περισσότεροι αντι-ιμπεριαλιστές του παρελθόντος, αναγνώριζε ότι όλες οι προοδευτικές πολιτικές είχαν τις ρίζες τους στη «δυτική παράδοση», και συγκεκριμένα στις ιδέες του ορθού λόγου, της προόδου, του ανθρωπισμού και του οικουμενισμού που αναδύθηκαν μέσα από τον Διαφωτισμό. Η επιστημονική πρόοδος, οι δημοκρατικές πολιτικές, η έννοια των οικουμενικών αξιών – αυτές είναι σαφώς καλύτερες έννοιες από αυτές που υπήρχαν προγενέστερα, ή από αυτές που υπάρχουν τώρα σε άλλες πολιτικές και πολιτιστικές παραδόσεις. Όχι γιατί οι Ευρωπαίοι είναι ανώτερος λαός, αλλά γιατί μέσα από την Αναγέννηση, το Διαφωτισμό και την επιστημονική επανάσταση ξεχύθηκαν ανώτερες ιδέες.

Η δυτική παράδοση δεν είναι κατ’ ουσίαν δυτική, παρά μόνο εξαιτίας ενός ατυχήματος της γεωγραφίας και της ιστορίας. Πράγματι, η γνώση του Ισλάμ παρείχε μια σημαντική πηγή τόσο για την Αναγέννηση όσο και για την εξέλιξη της επιστήμης. Οι ιδέες που ονομάζουμε «δυτικές» είναι στην πραγματικότητα οικουμενικές, που θέτουν τη βάση για μεγαλύτερη ανθρώπινη ακμή. Να γιατί πολλοί ριζοσπάστες του περασμένου αιώνα, ιδιαίτερα ριζοσπάστες του τρίτου κόσμου, αναγνώριζαν ότι το πρόβλημα του ιμπεριαλισμού δεν ήταν το ότι αυτός ήταν μια δυτική ιδεολογία, αλλά ότι ήταν ένα εμπόδιο για την επίτευξη των προοδευτικών ιδεωδών που ξεπήδησαν μέσα από το Διαφωτισμό.

Όπως το έθεσε ο Frantz Fanon, ο αλγερινός εθνικιστής που γεννήθηκε στη Μαρτινίκα: «Όλα τα στοιχεία για την επίλυση των μεγάλων προβλημάτων της ανθρωπότητας, σε διαφορετικές εποχές, υπήρξαν στην ευρωπαϊκή σκέψη. Αλλά οι Ευρωπαίοι δεν έθεσαν σε εφαρμογή την αποστολή που τους έλαχε.» (5) Για διανοητές σαν τον Fanon και τον James, στόχος του αντι-ιμπεριαλισμού δεν ήταν να απορρίψει τις δυτικές ιδέες αλλά να τις επαναδιεκδικήσει για όλη την ανθρωπότητα.

Πράγματι, οι φιλελεύθεροι της Δύσης συχνά σοκάρονταν από το βαθμό με τον οποίο τα αντι-αποικιοκρατικά κινήματα υιοθετούσαν τις ιδέες που θεωρούνταν στιγματισμένες. Οι έννοιες του Διαφωτισμού, όπως οικουμενισμός και κοινωνική πρόοδος, παρατήρησε ο Γάλλος ανθρωπολόγος Claude Levi-Strauss, βρήκαν «αναπάντεχη στήριξη από λαούς που δεν επιθυμούν τίποτα περισσότερο από το να μοιραστούν τα οφέλη της βιομηχανοποίησης• λαούς που προτιμούν να δουν τους εαυτούς τους ως προσωρινά οπισθοδρομικούς παρά ως μόνιμα διαφορετικούς». Αλλού, σημείωνε ότι το δόγμα του πολιτιστικού σχετικισμού «αμφισβητήθηκε από εκείνους τους ίδιους ανθρώπους για το όφελος των οποίων οι ανθρωπολόγοι αρχικά το θεμελίωσαν». (6)

Το να διατυπώνεις κρίσεις για πεποιθήσεις και κουλτούρες θεωρείται πολιτικά άξεστο
Πώς άλλαξαν τα πράγματα. Το «μόνιμα διαφορετικό» είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο τείνουμε να βλέπουμε διαφορετικές ομάδες, κοινωνίες και κουλτούρες σήμερα. Γιατί; Κατά κύριο λόγο γιατί η σύγχρονη κοινωνία έχασε την πίστη στον κοινωνικό μετασχηματισμό, στη δυνατότητα της προόδου, στις πεποιθήσεις που ενέπνευσαν αντι-ιμπεριαλιστές όπως ο James και ο Fanon.

Το να θεωρείς τους ανθρώπους ως «προσωρινά οπισθοδρομικούς» παρά ως «μόνιμα διαφορετικούς» είναι να αποδέχεσαι ότι ενώ οι άνθρωποι είναι δυνητικά ίσοι, οι κουλτούρες σαφώς δεν είναι• είναι να αποδέχεσαι την ιδέα της κοινωνικής και ηθικής προόδου• ότι θα ήταν πολύ καλύτερο αν ο καθένας είχε την ευκαιρία να ζήσει στο είδος της κοινωνίας ή της κουλτούρας που προάγει καλύτερα την ανθρώπινη εξέλιξη.

Αλλά αυτές οι ιδέες – και αυτή καθαυτή η πράξη του να διατυπώνεις κρίσεις για πεποιθήσεις, αξίες, τρόπους ζωής και κουλτούρες- είναι που τώρα θεωρούνται ως πολιτικώς άξεστες. Στη θέση του προοδευτικού οικουμενισμού του James και του Fanon, οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες ενστερνίστηκαν μια μορφή μηδενιστικής πολυπολιτισμικότητας. Καταλήξαμε να βλέπουμε τον κόσμο διαιρεμένο σε κουλτούρες και ομάδες που κατα κύριο λόγο προσδιορίζονται από τις μεταξύ τους διαφορές. Και κάθε ομάδα κατέληξε να βλέπει τον εαυτό της αποτελούμενο όχι από ενεργούς παράγοντες που προσπαθούν να ξεπεράσουν τα μειονεκτήματά τους παλεύοντας για ισότητα και πρόοδο, αλλά από παθητικά θύματα με ανεπίλυτα παράπονα για αδικίες. Γιατί αν οι διαφορές είναι μόνιμες, πως μπορούν ποτέ να επιλυθούν οι αδικίες;

Απόρροια της μετατροπής όλου του κόσμου σε ένα δίκτυο θυμάτων είναι η μεταμόρφωση της Δύσης, και ιδιαίτερα των Ηνωμένων Πολιτειών, σε μια καθ’ όλα ισχυρή, κακόβουλη δύναμη – ο Μέγας Σατανάς – εναντίον της οποίας πρέπει να εκδηλωθεί η μανία όλων. Στους Σατανικούς Στίχους του Salman Rushdie, ένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες, ο Σαλαδίνος, βρίσκεται φυλακισμένος σε ένα στρατόπεδο όπου κρατούνται παράνομοι μετανάστες. Ο Σαλαδίνος ανακαλύπτει ότι οι συγκρατούμενοί του έχουν μεταμορφωθεί σε κτήνη – νεροβούβαλους, φίδια κτλ. Ο ίδιος έχει γίνει τριχωτή κατσίκα.

Πώς το κάνουν, ρωτάει ο Σαλαδίνος έναν συγκρατούμενό του; «Μας περιγράφουν», έρχεται η απάντηση, «αυτό είναι όλο. Έχουν τη δύναμη της περιγραφής και εμείς ενδίδουμε στις εικόνες που κατασκευάζουν». Υπάρχει μια παρόμοια αίσθηση μοιρολατρίας στον τρόπο που πολλοί σύγχρονοι ριζοσπάστες βλέπουν τις ΗΠΑ. Ο Μέγας Σατανάς περιγράφει τον κόσμο και ο κόσμος ενδίδει σ’ αυτές τις περιγραφές.

Σ’ αυτή τη μοιρολατρία βρίσκεται ένα κοινό νήμα που συνδέει το σύγχρονο δυτικό ριζοσπαστισμό με τον ισλαμικό φονταμενταλισμό. Στην επιφάνεια φαίνονται αντίθετοι πόλοι: οι φονταμενταλιστές αποστρέφονται την παρακμή της Δύσης, οι δυτικοί ριζοσπάστες φοβούνται τα τεκμήρια βεβαιότητας του Ισλάμ. Αλλά αυτό που ενώνει και τον έναν και τον άλλον είναι ότι και οι δυο έχουν τις ρίζες τους στη σύγχρονη μηδενιστική πολυπολιτισμικότητα• και οι δυο εκφράζουν, στην καλύτερη περίπτωση, αμφιθυμία και, στη χειρότερη, απερίφραστη απόρριψη, για τις ιδέες της νεοτερικότητας, του οικουμενισμού και της προόδου. Τέλος και οι δυο δεν βλέπουν καμιά πραγματική εναλλακτική επιλογή έναντια στην εξουσία της Δύσης.

Αν οι διαφορές είναι μόνιμες, πώς μπορούν να επιλυθούν τα παράπονα για αδικίες;
Και το πιο σημαντικό, και οι δυο συγχέουν τα οφέλη του μοντερνισμού με τις αχρειότητες του καπιταλισμού. Έτσι, οι θετικές πλευρές της καπιταλιστικής κοινωνίας – η επίκληση του ορθού λόγου, η τεχνολογική εξέλιξη, η ιδεολογική αφοσίωση στην ισότητα και τον οικουμενισμό- υποτιμώνται, ενώ οι αρνητικές πλευρές – η ανικανότητα υπέρβασης των κοινωνικών διαιρέσεων, η αντίθεση ανάμεσα στην τεχνολογική πρόοδο και τον ηθικό ξεπεσμό, οι τάσεις προς τον βαρβαρισμό – θεωρούνται ως αναπόφευκτες ή φυσικές.

Σύμφωνα μ’ αυτή την κοσμοθεώρηση, το μόνο που μπορεί να ελπίζει κανείς είναι, με τα λόγια του Edward Said, «η δυνατότητα μιας πιο γενναιόδωρης και πλουραλιστικής θεώρησης του κόσμου, όπου ο ιμπεριαλισμός συνεχίζει την πορεία του με διάφορες μορφές (η πολικότητα Βορρά-Νότου της εποχής μας είναι μια απ’ αυτές), συνεχίζεται και η σχέση κυριαρχίας, αλλά οι ευκαιρίες για απελευθέρωση είναι ανοιχτές». (7) Αλλά τι μπορεί να σημαίνει η απελευθέρωση αν τίποτα δεν είναι να αλλάξει και «ο ιμπεριαλισμός συνεχίζει την πορεία του»; Δεν είναι πιο πιθανό μια τέτοια άποψη να εγείρει, όχι μια «γενναιόδωρη και πλουραλιστική θεώρηση του κόσμου», αλλά μια απειλητικά δυστοπική και μισάνθρωπη, όπου το μόνο που θα απομείνει είναι μηδενιστική οργή – αυτή η οργή που οδήγησε στα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου;

Η μανία που οδήγησε τα αεροπλάνα στους Δίδυμους Πύργους γαλουχήθηκε τόσο από το μηδενισμό και τη μοιρολατρία που τώρα διακατέχει μεγάλο μέρος της δυτικής κοινωνίας όσο και από τον αγώνα του Παλαιστινιακού λαού ή όποιου άλλου λαού στον τρίτο κόσμο. Ούτε κατ’ ελάχιστον δεν υπήρχε κάτι αντι-ιμπεριαλιστικό ή προοδευτικό στην επίθεση• ούτε υπήρχε κάτι σχετικό με τον ενστικτώδη αντι-αμερικανισμό που σήμερα εμπνέει εξίσου τους φανατικούς ισλαμιστές και τους δυτικούς ριζοσπάστες. Υπάρχουν πολλά να αποδοκιμάσει κανείς στην αμερικανική κοινωνία και στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, αλλά λίγα απ’ αυτά έχουν ενσωματωθεί στον αντι-αμερικανισμό είτε του ισλαμικού φονταμενταλισμού είτε του σύγχρονου δυτικού ριζοσπαστισμού. Μάλλον, και τα δυο είναι προϊόντα της αποτυχίας του αντι-ιμπεριαλισμού και της δυσαρέσκειας για τον μοντέρνο κόσμο. Η ειρωνεία μιας τέτοιας αποξένωσης από τον μοντερνισμό είναι ότι έχει τις ρίζες της στη «δυτική παράδοση» όπως και ο ίδιος ο μοντερνισμός – αλλά μόνο στις πιο αντιδραστικές και οπισθοδρομικές πτυχές αυτής της παράδοσης.

«Σήμερα, είμαστε παρόντες στη στάση [στάσις, ο όρος από την ιατρική, Σ.τ.Μ.] της Ευρώπης», έγραψε ο Frantz Fanon. Η Ευρώπη «απέσεισε κάθε καθοδήγηση και κάθε λογική και τρέχει ακάθεκτη προς την άβυσσο• θα κάναμε καλά να την αποφεύγαμε ολοταχώς». (8) Σαράντα χρόνια πριν, ο Fanon απήυθυνε ένα βροντερό κάλεσμα εναντίον του ιμπεριαλισμού. Σήμερα θα μπορούσε εξίσου καλά να μας προειδοποιήσει για το τι περνιέται ως αντι-ιμπεριαλισμός.

(1) CLR James, 'The Making of the Caribbean People', in Spheres of Existence: Selected Writings (London: Alison and Busby, 1980), p179

(2) David Theo Goldberg, Racist Culture (Oxford: Blackwell, 1993), p29

(3) Edward Said, Culture and Imperialism (London: Chatto & Windus, 1993), p58

(4) Zygmunt Bauman, Modernity and the Holocaust (Cambridge: Cambridge University Press, 1989), p8

(5) Frantz Fanon, The Wretched of the Earth (Harmondsworth: Penguin, 1967 [first pub 1961]), p253

(6) Claude Levi-Strauss, Structural Anthropology, vol2 (Harmondworth: Penguin, 1978 [first pub 1973]), p53; idem, The View from Afar (Harmondsworth: Penguin, 1987 [first pub 1983]), p28

(7) Edward Said, Culture and Imperialism, pp277-278

(8) Frantz Fanon, The Wretched of the Earth, pp253, 252

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

Στάχτες κι Ανάσταση


Ο Άγιος Νικόλαος, καταστρέφοντας ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου, τον ναό της Αρτέμιδος στην Έφεσσο


Οι στάχτες είναι του ελληνισμού. Μέσα απ' αυτές ξεπήδησε ο χριστιανισμός πατώντας πάνω σε ναούς, αγάλματα, βιβλία και πτώματα. Πίσω στον τέταρτο αιώνα. Το χρονικό της μεγάλης καταστροφής όπως το διαβάζω στον Τζίμη Παπανικολόπουλο: Μετά το διάταγμα του 380 με το οποίο ο χριστιανισμός καθιερώνεται επίσημη θρησκεία και η Ορθοδοξία επίσημο δόγμα της Εκκλησίας, οι διωγμοί εναντίον των 'εθνικών', των Ιουδαίων και των αιρετικών θα αποκτήσουν πλέον και τη νομική τους κατοχύρωση. Το 384 ο Θεοδόσιος τοποθετεί ως ύπαρχο Ανατολής έναν αγροίκο Ισπανό και υπό την άμεση επίβλεψή του οι έξαλλοι μοναχοί θα καταστρέψουν όλα σχεδόν τα Ιερά της υπαίθρου. Το 391 ακολουθεί άλλο διάταγμα που απαγορεύει την ειδωλολατρία αλλά και την απλή είσοδο στους αρχαίους ναούς, ενώ την ίδια χρονιά ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος, πρωτοστατεί και αυτοπροσώπως κατευθύνει τα μαινόμενα πλήθη που πυρπολούν και ισοπεδώνουν σχεδόν το μέγα Σεράπειο με την περίφημη 'θυγατρική' Βιβλιοθήκη. Το 394, με άλλο διάταγμα απαγορεύεται κάθε επίσημη εκδήλωση των 'εθνικών' όπως ο Ολυμπιακοί Αγώνες, και το 396 θα δοθεί τέλος στα Ελευσίνια Μυστήρια. Το 412 ο επόμενος πατριάρχης Κύριλλος θα εγκαινιάσει την εκστρατεία εξόντωσης των Ιουδαίων της Αλεξάνδρειας, ενώ το 415 με δική του προτροπή τα χριστιανικότατα πλήθη θα κατακρεουργήσουν την έξοχη Υπατία, το καμάρι της Αλεξάνδρειας, την "θεοφιλεστάτην διδάσκαλον", όπως την αποκαλούσε ο σπουδαίος Συνέσιος, το..."άχραντον άστρον της σοφής παιδεύσεως", όπως την τραγουδά ο Παλλαδάς.

Βράδυ Ανάστασης με τα επιγράμματα του Παλλαδά αναχείρας βυθίζομαι σε μια Ελλάδα που αντιστέκεται, πονά, καταγγέλλει, θυμάται, ανησυχεί, στοχάζεται, υψώνει τραγική φωνή

Είμαστε, αλήθεια, ζωντανοί, ω Έλληνες,
καθώς μας πήρε τώρα η συμφορά
κι έγινε η ζωή μας εφιάλτης;
Ή μήπως ζούμε εμείς
κι έχει η ζωή πεθάνει;


ΑΡΑ ΜΗ ΘΑΝΟΝΤΕΣ ΤΩ ΔΟΚΕΙΝ ΖΩΜΕΝ ΜΟΝΟΝ
ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΝΔΡΕΣ ΣΥΜΦΟΡΑ ΠΕΠΤΩΚΟΤΕΣ
ΟΝΕΙΡΟΝ ΕΙΚΑΖΟΝΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟΝ ΒΙΟΝ;
Η ΖΩΜΕΝ ΗΜΕΙΣ ΤΟΥ ΒΙΟΥ ΤΕΘΝΗΚΟΤΟΣ;

αλλά πάντα σατιρίζει

Γαϊδούρι που αντιστέκεται και το τραγούδι που μου χαρίσαν,
μακρόθυμο, καρτερικό, των οδοιπόρων καταφύγιο.
Γαϊδούρι που αργοπερπατά,
όνειρο, πόνος, δισταγμός, αυτών που αναθυμούνται,
στο τέλος τους τα πριν.


ΑΝΤΙΣΠΑΣΤΟΝ ΕΜΟΙ ΤΙΣ ΟΝΟΝ ΜΑΚΡΟΘΥΜΟΝ ΕΔΩΚΕΝ
ΤΩΝ ΒΑΣΤΑΖΟΜΕΝΩΝ ΟΡΜΟΝ ΟΔΟΙΠΟΡΙΗΣ
ΥΙΟΝ ΤΗΣ ΒΡΑΔΥΤΗΤΟΣ ΟΝΟΝ, ΠΟΝΟΝ, ΟΚΝΟΝ, ΟΝΕΙΡΟΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΚΑΜΠΤΟΝΤΩΝ ΥΣΤΑΤΙΟΝ ΠΡΟΤΕΡΟΝ

Μέρες του Πάσχα, Αλεξάνδρεια, 300 και κάτι. Οι χριστιανοί δε βρίσκονται στις εκκλησιές αλλά στους δρόμους της πόλης όπου σφάζουν και σφάζονται.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ και ξεχύνονται οι τραμπούκοι παραβολάνοι και φιλόπονοι του πατριάρχη,
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ και θρύψαλα το περίφημο άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου,
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ και οι μελανειμονούντες καλικάντζαροι χορεύουν πάνω στα ερείπια του Εμπορείου, του Αδριάνειου, του Γυμνασίου, του Κρόνειου, του Ερμείου, του Τύχαιου, του Τιμώνειου, του Αρσινόειου,
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ και ο φανατισμένος όχλος με τον λιθομανή και χρυσολάτρη πατριάρχη Θεόφιλο πέφτει με βουλιμία πάνω στις περιουσίες των αρχαίων ναών

Αν μοναχοί, πώς είστε τόσοι;
Κι αν πάλι τόσοι, πώς είστε μοναχοί;
Α, τι συρφετός με μοναχούς διαψεύδει τώρα τη μονάδα!


ΕΙ ΜΟΝΑΧΟΙ ΤΙ ΤΟΣΟΙΔΕ; ΤΟΣΟΙΔΕ ΔΕ ΠΩΣ ΠΑΛΙ ΜΟΥΝΟΙ;
Ω ΠΛΗΘΥΣ ΜΟΝΑΧΩΝ ΨΕΥΣΑΜΕΝΗ ΜΟΝΑΔΑ

αναρωτιέται ο Παλλαδάς.

Μέσα από τον ορυμαγδό των καμπάνων και των βεγγαλικών προσπαθώ να ακούσω μια φωνή διστακτική, αινιγματική, βγαλμένη από μια εποχή όπου τα πράγματα ανεστράφησαν, όπου ο Απόλλωνας έδωσε τον τελευταίο του χρησμό

Πέστε του βασιλιά
πως ρήμαξε η περίλαμπρη αυλή,
ο Φοίβος πια σκέπη δεν έχει
ούτε και δάφνη ο μάντης του.
Έπαψε η πηγή να τραγουδά
και το νερό που πριν κελάρυζε
έχει σωπάσει τώρα.


ΕΙΠΑΤΕ ΤΩ ΒΑΣΙΛΗΙ ΧΑΜΑΙ ΠΕΣΕ ΔΑΙΔΑΛΟΣ ΑΥΛΑ
ΟΥΚΕΤΙ ΦΟΙΒΟΣ ΕΧΕΙ ΚΑΛΥΒΑΝ ΟΥ ΜΑΝΤΙΔΑ ΔΑΦΝΗΝ
ΟΥ ΠΑΓΑΝ ΛΑΛΕΟΥΣΑΝ ΑΠΕΣΒΕΤΟ ΚΑΙ ΛΑΛΟΝ ΥΔΩΡ

και μετά η μυστική Σιωπή που μόνο οι ποιητές μπορούν να αφουγκραστούν...ΑΝΑΣΤΑΣΗ!

(Οι πληροφορίες και τα ποιήματα είναι από την εκτενή εισαγωγή, τη μετάφραση και τον εξαιρετικό σχολιασμό του Τζίμη Παπανικολόπουλου στο βιβλίο του, Παλλαδάς ο Αλεξανδρεύς και το τέλος μιας εποχής, εκδ. Πολύτυπο, 2004)

Η Ελλάδα στην κόψη του ξυραφιού: μια κριτική της πολυπολιτισμικότητας

Σε προηγούμενη ανάρτησή μου σχετικά με τις απόψεις της ειδικού γραμματέως του Υπουργείου Παιδείας, Θάλειας Δραγώνα, είχα επισημάνει ότι το ιδεολογικό στήριγμα αυτών των απόψεων βρίσκεται στην έννοια της πολυπολιτισμικότητας. Στην Ελλάδα αυτή η έννοια μπορεί να φαντάζει προοδευτική και εκσυγχρονιστική, αλλά στην Ευρώπη και στην Αμερική έχει διανύσει μια ζωή πενήντα χρόνων περίπου. Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα έχει συντελέσει σε σημαντικές πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές και έχει προκαλέσει ποικίλες πνευματικές και καλλιτεχνικές ζυμώσεις. Καθώς λοιπόν έχει δοκιμαστεί και στη θεωρία αλλά και στην πράξη, καλό θα ήταν, πριν την εισαγάγουμε στην ελληνική πραγματικότητα, να δούμε πως αξιολογήθηκαν σ’ αυτές τις χώρες τα αποτελέσματά της – πράγμα το οποίο θα επιχειρήσω να κάνω εν μέρει εδώ ασχολούμενος κυρίως με την κριτική που έχει ασκηθεί σ’ αυτή την έννοια.

Η κριτική προέρχεται και από δεξιά και από αριστερά. Οι δεξιοί επιμένουν στην απειλή της εθνικής παράδοσης και ταυτότητας, οι αριστεροί επικεντρώνονται στην απειλή της κοινωνικής συνοχής, οι πρώτοι αναμετρούνται με φαντάσματα, οι δεύτεροι με την πραγματικότητα. Η συντηρητική κριτική μάλιστα, στην Αμερική, έχει φτάσει να παραλληλίζει την πολυπολιτισμικότητα με τον μαρξισμό επισείοντας για μια ακόμα φορά το φάντασμα του κομμουνισμού (δες για παράδειγμα το άρθρο του Frank Ellis εδώ - στην Ελλάδα μια ανάλογη αντίδραση θα ήταν να παρουσιαστεί η πολυπολιτισμικότητα ως απειλή για τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη αναβιώνοντας ένα άλλο φάντασμα, αυτό του ελληνοχριστιανισμού). Η αριστερή κριτική, από την άλλη, προβληματίζεται για τον κατακερματισμό της κοινωνίας που έχει επιφέρει η πολυπολιτισμικότητα, και κατά συνέπεια για τον κατακερματισμό των κοινωνικών αγώνων και των διεκδικήσεων. Επιλογή μου εδώ είναι να παρουσιάσω αυτό τον προβληματισμό καθώς τον θεωρώ ως την πιο σοβαρή προσέγγιση του ζητήματος.

Το αίτημα της πολυπολιτισμικότητας για μια χώρα φαντάζει επιτακτικό από τη στιγμή που αυτή η χώρα προσαρμοζόμενη στις σύγχρονες πολιτικές και οικονομικές συνθήκες ανοίγεται προς τον κόσμο και γίνεται χώρα υποδοχής μεταναστών. Οι υποστηρικτές της πολυπολιτισμικότητας ζητούν από το κράτος να δει αυτή την ποικιλομορφία ως κοινό αγαθό, οι αντίπαλοι τη χρησιμοποιούν για να ταχθούν εναντίον της μετανάστευσης και συχνά υπέρ του επαναπατρισμού των μεταναστών. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα με την πολυπολιτισμικότητα: αντί να παρουσιάζεται ως επίσημη ανταπόκριση στην απαίτηση της κοινωνικής βάσης μιας χώρας (όπως εκπροσωπείται από τις διάφορες εθνοτικές κοινότητες), η πολυπολιτισμικότητα έχει επιβληθεί από πάνω, ως προϊόν πολιτικών που θεσμοθετούν οι εθνικές κυβερνήσεις προκειμένου να εκτονώσουν την ένταση που προκαλείται από τις ρατσιστικές συμπεριφορές της κυρίαρχης ιδεολογίας. Συχνά όμως το αποτέλεσμα των κρατικών αυτών πολυπολιτισμικών πολιτικών είναι μια κοινωνία που διακρίνει και διαχωρίζει περισσότερο από τον παρωχημένο ρατσισμό. Αυτό υποστηρίζει ο Kenan Malik στο άρθρο του «The trouble with multiculturalism», που διαπιστώνει ότι ο υπερτονισμός της διαφορετικότητας των εθνοτικών μειονοτήτων συνεπάγεται όξυνση των φυλετικών σχέσεων.

Στη συνέχεια ο Malik κάνει μια ιστορική αναδρομή στην έννοια της πολυπολιτισμικότητας εντοπίζοντας την αρχή της στη μεταπολεμική Βρετανία της δεκαετίας του 1950 – αναδρομή που θα παρακολουθήσουμε σε αδρές γραμμές μια που κατά τη γνώμη μου μπορούν να γίνουν οξυδερκείς παραλληλισμοί και να αντληθούν χρήσιμα συμπεράσματα για μια χώρα -την Ελλάδα- που άρχισε αρκετά αργά (από τη δεκαετία του 1990) να βιώνει ανάλογες καταστάσεις.

Στη Βρετανία, τη δεκαετία του 1950, η άφιξη μαύρων μεταναστών από την Ινδία, το Πακιστάν και την Καραϊβική, καλωσορίστηκε ως εισροή νέας εργατικής δύναμης αλλά ταυτόχρονα προβλημάτισε για την αρνητική επίδραση που θα μπορούσε να έχει στην παραδοσιακή έννοια της «βρετανικότητας». Η βρετανική ελίτ εκείνης της εποχής, λέει ο Malik, κατανοούσε τον εαυτό της και την ταυτότητά της μέσα από την έννοια της φυλής και η αθρόα μετανάστευση από τις αποικίες απειλούσε να διατάραξει τη φυλετικά προσδιορισμένη έννοια της ταυτότητας. Η βρετανική ταυτότητα έπρεπε να επαναδιατυπωθεί έτσι ώστε να συμπεριλάβει και την παρουσία των μαύρων πολιτών της χώρας.

Έτσι τη δεκαετία του 1960 εφαρμόστηκε μια διπλή στρατηγική απέναντι στους μετανάστες: από τη μια μεριά, επιβλήθηκαν αυστηροί έλεγχοι εισόδου μαύρων μεταναστών στη χώρα και, από την άλλη, θεσμοθετήθηκε ένα πλαίσιο νομιμοποίησης που στόχευε στην απαλοιφή των φυλετικών διακρίσεων και στην ενσωμάτωση των μαύρων μεταναστών στην βρετανική κοινωνία. Μ’ αυτό τον τρόπο, στη Βρετανία, το πρόβλημα των φυλετικών σχέσεων αντιμετωπίστηκε όχι τόσο ως πρόβλημα φυλετικών διακρίσεων, όσο ως πρόβλημα πολιτισμικών διαφορών.

Όμως, η πρώτη γενιά των μαύρων μεταναστών δεν ενδιαφερόταν τόσο πολύ για τη διατήρηση των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων της όσο αγωνιζόταν για πολιτική ισότητα και στον πυρήνα αυτού του αγώνα ήταν η ουσιαστική εξομοίωση των μεταναστών με τον ντόπιο πληθυσμό, οι κοινές ελπίδες και αξίες, τα κοινά οράματα, και όχι η επισήμανση των αγεφύρωτων διαφορών. Προκειμένου λοιπόν να διασκεδάσουν τα αμιγώς πολιτικά αίτηματα των μαύρων, οι διεκδικήσεις των οποίων αποτελούσαν απειλή για τη σταθερότητα του πολιτικού συστήματος και της έννομης τάξης στις πόλεις, οι αρχές της Βρετανίας έφεραν στο προσκήνιο τις πολιτικές της πολυπολιτισμικότητας. Έτσι εκατομμύρια λίρες δόθηκαν σε οργανώσεις των τοπικών κοινοτήτων προκειμένου να ενσωματώσουν τα μέλη τους στην βρετανική κοινωνία. Πυρήνας όμως αυτής της στρατηγικής ενσωμάτωσης δεν ήταν παρά ένας επαναπροσδιορισμός του ρατσισμού: ο ρατσισμός τώρα δεν ορίζεται ως άρνηση των ίσων δικαιωμάτων αλλά ως άρνηση του δικαιώματος να είσαι διαφορετικός. Από την άλλη όμως, η αντίδραση σ’ αυτή την στρατηγική ενσωμάτωσης, έδωσε έμφαση στη διαφορετικότητα των μεταναστών και στην ελεύθερη έκφραση των πολιτισμικών ιδιατεροτήτων τους και οδήγησε στο μετασχηματισμό του νοήματος της ισότητας: από το να εξασκεί κανείς τα ίδια δικαιώματα με όλους τους άλλους, περνάμε στην εξάσκηση διαφορετικών διακαιωμάτων, κατάλληλων για διαφορετικές κοινότητες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 οι πολιτικές αντιπαραθέσεις που κυριάρχησαν στον αγώνα εναντίον του ρατσισμού στις δεκαετίες του 1960 και 1970 μετασχηματίστηκαν σε διαμάχες πάνω σε πολιτισμικά θέματα. «Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις ενώνουν διαπερνώντας επί μέρους εθνικές και πολιτισμικές δομές, οι πολιτισμικές αντιπαραθέσεις αναπόφευκτα κατακερματίζουν», επισημαίνει ο Malik. Και από τη στιγμή που οι κρατικές επιχορηγήσεις συνδέθηκαν με την πολιτισμική ταυτότητα, διάφορες εθνοτικές ομάδες άρχισαν να κατοχυρώνουν με ακόμη περισσότερο ζήλο τις πολιτιστικές τους ιδιαιτερότητες. «Η μετατόπιση από την πολιτική στην πολιτισμική αρένα οδήγησε στην κατοχύρωση παλαιών διαχωρισμών και στη δημιουργία νέων», καταλήγει ο Malik. Αντί λοιπόν να αντιμετωπίσουν κατά μέτωπο τα προβλήματα της φυλετικής ανισότητας, του κοινωνικού αποκλεισμού και της πολιτικής δυσαρέσκειας, οι αρχές της Βρετανίας ενθάρρυναν τις εθνοτικές ομάδες να ακολουθήσουν «παράλληλες ζωές».

Στη δεκαετία του 1990 η πολυπολιτισμικότητα από μια απάντηση στον αγωνιστικό αντιρατσισμό κατέληξε να γίνει μια γενική συνταγή για την κοινωνία. Με τον ίδιο τρόπο η βρετανική ταυτότητα, που τη δεκαετία του 1950 διατυπωνόταν με φυλετικούς όρους, στη δεκαετία του 1990 αμφισβητήθηκε άμεσα και μετασχηματίστηκε σε ικανότητα να ανέχεσαι τις διαφορετικές ταυτότητες.

Έτσι η πολυπολιτισμικότητα συνέβαλε στο να διαχωρίσει την κοινωνία πολύ πιο αποτελεσματικά από ό,τι ο ρατσισμός. «Βεβαίως», λέει ο Malik, «ο ρατσισμός δημιούργησε βαθιές διαιρέσεις, αλλά βοήθησε στη γέννηση πολιτικών αγώνων εναντίον των διακρίσεων, αποτέλεσμα των οποίων ήταν να δημιουργηθούν γέφυρες ανάμεσα στις εθνοτικές, φυλετικές και πολιτισμικές ομάδες μιας κοινωνίας. Η πολυπολιτισμικότητα, από την άλλη, δεν παγίωσε απλώς αυτές τις διαιρέσεις που δημιούργησε ο ρατσισμός, αλλά έκανε την διαπολιτισμική συνεννόηση ακόμη πιο δύσκολη γιατί ενθάρρυνε τους ανθρώπους να διατρανώσουν τις πολιτισμικές τους διαφορές».

Ο Malik εντοπίζει την αποτυχία της πολυπολιτισμικότητας στην αδυναμία της να κατανοήσει την ουσία της πολιτισμικής ποικιλομορφίας. Η ποικιλομορφία, επισημαίνει, «είναι σημαντική γιατί μας επιτρέπει να αντιπαραθέσουμε και να συγκρίνουμε διαφορετικές αξίες, πεποιθήσεις και τρόπους ζωής, να διατυπώσουμε κρίσεις για αυτά και να αποφασίσουμε ποιά είναι καλύτερα και ποια χειρότερα. Είναι σημαντική, με άλλα λόγια, γιατί μας επιτρέπει να εμπλακούμε στον πολιτικό διάλογο και την αντιπαράθεση που μπορεί να βοηθήσει τη δημιουργία ακόμη πιο οικουμενικών αξιών και πεποιθήσεων. Αλλά αυτόν ακριβώς το διάλογο και αυτή την αντιπαράθεση και τη διατύπωση αυτών των κρίσεων, η πολυπολιτισμικότητα προσπαθεί να καταπιέσει στο όνομα της «ανεκτικότητας» και του «σεβασμού»... Το αποτέλεσμα δεν είναι μια μεγαλύτερη ευαισθησία στις πολιτισμικές διαφορές αλλά μια αδιαφορία για τις ζωές των άλλων ανθρώπων, μια αδιαφορία που βρίσκεται στον πυρήνα των «παράλληλων κόσμων» που κατοικούνται από διαφορετικές κοινότητες... Η πολιτισμική ποικιλομορφία αποκτά σημασία μόνο μέσα σ’ ένα πλαίσιο κοινών αξιών και πεποιθήσεων που μας καθιστά ικανούς να μεταχειριστούμε ισότιμα όλους τους ανθρώπους. Και για να δημιουργήσουμε ένα τέτοιο πλαίσιο απαιτεί να είμαστε λίγο περισσότερο μη-ανεκτικοί και να δείξουμε λίγο λιγότερο σεβασμό».

Αναφέρθηκα εκτενώς στο παράδειγμα της Βρετανίας – κάποιος θα μπορούσε να αναφερθεί σε κάποια άλλη χώρα της Δύσης- γιατί πιστεύω ότι η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται σε μια ανάλογη θέση στην οποία βρέθηκε δεκαετίες πριν η Βρετανία και μπορούμε έτσι να εξαγάγουμε πολύτιμα συμπεράσματα και να σταθμίσουμε τη δική μας πολιτική απέναντι στο πρόβλημα. Το κύριο θέμα που πρέπει να μας απασχολήσει είναι το τι κοινωνία θέλουμε να φτιάξουμε. Θέλουμε να ενσωματώσουμε τους μετανάστες στην ελληνική κοινωνία με τον τρόπο που προσπάθησε να το κάνει αμέσως μετά τον πόλεμο η Βρετανία, καλώντας τους να εγκαταλείψουν τις πολιτισμικές τους ιδιαιτερότητες; Θέλουμε να διατηρήσουν αυτές τις ιδιαιτερότητες κατακερματίζοντας την ελληνική κοινωνία σε μια σειρά από ίσες κουλτούρες και υποβαθμίζοντας μοιραία τον δικό μας πολιτισμό σε μια απ’ αυτές; Ή θέλουμε να καλέσουμε σε διάλογο όλους τους άλλους πολιτισμούς αναγνωρίζοντας την εξέχουσα θέση του δικού μας, προκειμένου να επαναδιατυπώσουμε νέες οικουμενικές αρχές;

Μπορεί αυτά τα ερωτήματα να ακούγονται περίεργα αλλά, πιστέψτε με, είναι αυτά που πρέπει να μας αποσχολήσουν όταν καταπιανόμαστε με το θέμα των μεταναστών. Εμείς όμως αντί να προβληματιστούμε πάνω σ’ αυτά, καταφεύγουμε σε αποσπασματικές και σπασμωδικές κινήσεις δήθεν μεταναστευτικής πολιτικής: επιχειρήσεις σκούπα της αστυνομίας, αυστηροποίηση του νομοθετικού πλαισίου για την είσοδο των μεταναστών στη χώρα, στρατόπεδα συγκεντρώσεως παράνομων μεταναστών, απελπισμένες φωνές για ευρωπαϊκή βοήθεια... Και πολύ φοβάμαι ότι της ίδιας τάξης είναι και το θέμα της ιθαγένειας που συζητιέται τελευταία.

Πιστεύω ότι βάση για τον διάλογο με τους άλλους πολιτισμούς πρέπει να είναι ο δυτικός πολιτισμός, που στηρίζεται στις κατακτήσεις του Διαφωτισμού και στις αξίες του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού. Στόχος του διαλόγου είναι να επαναδιατυπώσει αυτές τις αξίες για όλη την ανθρωπότητα. Μπορεί να ακούγεται ευρωπαϊκοκεντρικό ή ελληνοκεντρικό, αλλά είναι απαραίτητο να δεχτούμε την εξέχουσα θέση του δυτικού πολιτισμού σ’ αυτή την ιστορία, που παρά τις αδυναμίες του εξακολουθεί να εμπνέεται από τις ιδέες της νεοτερικότητας, της οικουμενικότητας και της προόδου – ιδέες που μπορεί να μας οδηγήσουν σε μια καλύτερη ζωή και μια καλύτερη κοινωνία. Για αυτό το θέμα θα επανέλθω με μια νεότερη ανάρτηση σύντομα, στην οποίο θα μεταφράζω το άρθρο του Kenan Malik, «Όλες οι κουλτούρες δεν είναι ίσες», το οποίο μπορείτε να διαβάσετε στα αγγλικά εδώ. Αν αναρωτιέστε ποιος είναι ο Kenan Malik επισκεφτείτε την ιστοσελίδα του.

Την ενδιαφέρουσα συζήτηση πάνω σ' αυτή την ανάρτηση μπορείτε να την παρακολουθήσετε εδώ

Το όνειρο της Ρώμης: μια απάντηση στον οθωμανισμό της κας Δραγώνα

Πολλές αντιδράσεις έχουν υπάρξει τελευταία για τις δηλώσεις, τώρα και άλλοτε, της κυρίας Θάλειας Δραγώνα, ειδικού γραμματέως του Υπουργείου Παιδείας –και διακαιολογημένα άλλωστε μια που, λόγω της θέσεως της, άπτονται της ιδεολογικής συγκρότησης του ελληνικού κράτους από την ίδρυσή του. Σ’ αυτή την ανάρτηση θέλω να προκαλέσω το ιδεολογικό υπόβαθρο που βρίσκεται πίσω από τις δηλώσεις της ειδικού γραμματέως και να καταδείξω ότι οι απόψεις «της μόδας» μπορεί να είναι εκσυγχρονιστικές αλλά δεν είναι πάντα και προοδευτικές.

Η αφετηρία τέτοιου είδους απόψεων βρίσκεται στη σφαίρα του πολιτικώς ορθού και δημοφιλούς «multicultural», που κακώς στα ελληνικά έχει αποδοθεί ως «πολυπολιτισμικό», μια που στο επίκεντρο δεν είναι η έννοια του πολιτισμού αλλά αυτή της κουλτούρας. Η ουδέτερη έννοια της κουλτούρας χρησιμοποιείται στο σύγχρονο μετα-αποικιοκρατικό κόσμο για να δηλώσει την ισότητα όλων των κοινωνιών σε αντίθεση με τη στενάχωρη έννοια του πολιτισμού που θεωρήθηκε μειωτική για τις κοινωνίες που αποκλείονται απ’ αυτό τον χαρακτηρισμό. Υπό το πρίσμα λοιπόν του «πολυπολιτισμικού» έχουν την ίδια βαρύτητα και σημασία η Αρχαία Αίγυπτος, η Αθηναϊκή Δημοκρατία, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το Φραγκικό Βασίλειο του Καρλομάγνου και η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Της ίδιας βαρύτητας είναι και η κουλτούρα κάθε λαού που έζησε και δημιούργησε σ’ αυτόν τον πλανήτη και που σε άλλη περίπτωση δε θα αξιωνόταν της παραμικρής μνείας δίπλα στο μεγαθήριο του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού. Γιατί σε τελική ανάλυση ο στόχος αυτής της ιδεολογικής μετατόπισης από τον πολιτισμό στην κουλτούρα είναι η εξέχουσα θέση του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός, στερημένος από το προνόμιο της ανωτερότητας, δεν μπορεί να έχει κυρίαρχη θέση στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα της Δύσης αλλά θα παρουσιάζεται ισότιμα με τον πολιτισμό της Αρχαίας Αιγύπτου για παράδειγμα, που χάρη στις μούμιες και τις πυραμίδες είναι μάλλον πιο δημοφιλής. Ομοίως η αφετηρία της Ενωμένης Ευρώπης θα αναζητηθεί στο Φραγκικό Βασίλειο του Καρλομάγνου, που ενσαρκώνει εναργέστερα τον σημερινό γαλλογερμανικό άξονα –άλλωστε η υπόμνηση και μόνο της Ρώμης στους Γερμανούς φέρνει τραυματικές εμπειρίες. Η μόνη αναφορά στον ελληνορωμαϊκό κόσμο θα εξαντλείται στην παράνοια του Νέρωνα και του Καλλιγούλα και στους ασκητικούς αγίους που ζούσαν σε επαφή με το Θεό και τη φύση! Με ένα τέτοιο μοντέλο εκαπαίδευσης καλείται να εκσυγχρονιστεί και η σημερινή Ελλάδα και σ’ αυτό συντείνουν οι απόψεις της κας Δραγώνα.

Να ξεκαθαρίσω κάτι. Συμφωνώ με το σκεπτικό αυτής της αλλαγής, γιατί επιφέρει το θάνατο του «πολιτισμού» ως εμβλήματος ηθικής ανωτερότητας, που έχει οδηγήσει στον εθνικισμό, στον ιμπεριαλισμό, στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Αλλά μαζί μ’ αυτά δεν χρειάζεται να πετάξουμε και την έννοια του ανώτερου πολιτισμού και να επιβάλλουμε μια επίπεδη εικόνα του κόσμου. «Καλώς ή κακώς (και συχνά κακώς)», λέει ο Bryan Ward-Perkins (στο βιβλίο του Η πτώση της Ρώμης και το τέλος του πολιτισμού, μτφ. Θεόδωρος Γιαννόπουλος-Ολυμπία Χειμωνίδου, εκδ. Θυραθεν, 2006), «κάποιες κουλτούρες είναι πολύ πιο σύνθετες και εξελιγμένες από ό,τι άλλες. Κοινωνίες με μεγάλες πόλεις, σύνθετα δίκτυα παραγωγής και διακίνησης, και ευρύτατη χρήση του γραπτού λόγου είναι καταφανώς διαφορετικές από τις κοινωνίες των μικρών κοινοτήτων με οικιακή ως επί το πλείστον παραγωγή και προφορική κουλτούρα». Ο Bryan Ward-Perkins προσεγγίζει την έννοια του πολιτισμού (του ανώτερου ελληνορωμαϊκού πολιτισμού εν προκειμένω) με καθαρά υλιστικούς όρους, που καθιστούν την ανωτερότητα αντικειμενικά μετρήσιμη έννοια. Η λέξη «πολιτισμός», επισημαίνει, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μια συντομογραφία της φράσης «οι σύνθετες κοινωνίες και τα πάσης φύσεως παραγωγά τους». Μέτρο της ανωτερότητας ενός πολιτισμού μπορούν να αποτελέσουν η ικανότητα μαζικής παραγωγής αγαθών υψηλής ποιότητας, η εξάπλωση της ευμάρειας, ένα καλοσχεδιασμένο και καλοσυντηρημένο δίκτυο συγκοινωνιών και διακίνησης αγαθών και ιδεών, η ικανότητα γραφής και ανάγνωσης από την πλειονότητα του πληθυσμού.

Καλά, εντάξει, θα μου πείτε. Ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός είναι ανώτερος, και τι μ’αυτό; Σε τι ωφελεί αυτή η διαπίστωση; Μπορεί να κάνει τον κόσμο μας καλύτερο; Να οδηγήσει σε ένα νέο modus vivendi για τους λαούς της οικουμένης σήμερα; Γιατί αυτό είναι το ζητούμενο της πολυδιαφημιζόμενης και δημοφιλούς πολυπολιτισμικότητας. Βεβαίως και μπορεί. Γιατί στη Ρώμη, που εξέφρασε πληρέστερα αυτό τον πολιτισμό, επιτεύχθηκε ένα θαύμα και ένα όραμα για όλη την οικουμένη. Για τους Ρωμαίους, η γραμμή του αίματος, η καταγωγή δεν είχε καμιά βαρύτητα. Πίστευαν ότι ο καθένας θα μπορούσε να γίνει Ρωμαίος πολίτης αν ακολουθούσε τους κανόνες και προσαρμοζόταν. Πίστευαν ότι η μεγαλύτερη τιμή που θα μπορούσε να κερδίσει ένας Ρωμαίος, ήταν να περάσει στην ιστορία ως κάποιος που επέκτεινε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Και πίστευαν ακόμα ότι δεν υπήρχε καλύτερη μοίρα για τον υπόλοιπο κόσμο, από το να κατακτηθεί από τη Ρώμη. Βεβαίως και ο αγώνας επιβολής της ρωμαϊκής εξουσίας υπήρξε σκληρός, και ήταν πολλοί εκείνοι που αντιστάθηκαν άγρια. Τα προνόμια όμως του Ρωμαίου πολίτη μετέτρεψαν την αντίσταση σε συγκατάθεση και τελικά σε περηφάνεια. Όλοι οι κατακτημένοι λαοί ενσωματώθηκαν γρήγορα στην ρωμαϊκή κοινωνία, συνέχισαν την πνευματική ζωή και ανήλθαν στα ανώτερα πολιτειακά αξιώματα. Ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός γεννήθηκε στην Κροατία και ο Κωνσταντίνος Α΄ στη Νίσα της σημερινής Σερβίας, όσο για τον Σεπτίμιο Σεβήρο, το χρώμα του στις απεικονίσεις που μας έχουν σωθεί δείχνει ξεκάθαρα ότι ήταν αφρικανός.

Σήμερα η Ευρώπη βρίσκεται σ’ ενα μεταίχμιο. Οι σύγχρονες οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις έχουν δημιουργήσει μια ρευστή κατάσταση από την οποία έχει αναδυθεί περίλαμπρα η παρουσία του άλλου, του διαφορετικού, του αλλοδαπού, του αλλόθρησκου. Αυτό μοιραία προκαλεί μια κρίση ταυτότητας και αναζήτηση ενός νέου τρόπου που να μην αποκλείει, να μην περιθωριοποιεί. Η θεωρία του πολυπολιτισμικού προβάλλει ως μια λύση συμβίωσης και συνύπαρξης με το διαφορετικό, αλλά δεν είναι η μόνη. Να πως περιγράφει ο Boris Johnson (στο βιβλίο του Το όνειρο της Ρώμης, μτφ. Μάκης Κολλητίδης, εκδ. Θύραθεν, 2008) το όραμα για την Ευρώπη σήμερα:

Κάποια μέρα, εφόσον τα βρούμε με ην Τουρκία, θα μπορέσουμε να ξαναχτίσουμε ολόκληρη εκείνη την αρχαία αρμονική ενότητα γύρω από τη Μεσόγειο, να επιτύχουμε την πλούσια και ελεύθερη διασπορά αγαθών από τα στενά του Γιβραλτάρ μέχρι τον Βόσπορο, από την Τύνιδα στη Λυών. Θα μπορούσαμε να κλείσουμε το ρήγμα που προκάλεσαν οι μουσουλμανικές εισβολές. Θα μπορούσαμε να οικοδομήσουμε, για άλλη μια φορά, τη Ρωμαϊκή Οικονομική Κοινότητα γύρω από την Mare Nostrum. Με τον καιρό, θα χρειαστεί να σφυρηλατήσουμε νέους, βαθύτερους δεσμούς με τις βορειοφρικανικές χώρες του Μαγκρέμπ, με βάση την αρχαία ρωμαϊκή ιδέα της ανεκτικότητας. Είναι καιρός πλέον να ωριμάσουμε και να ανγνωρίσουμε ότι δεν υπάρχει ούτε μια πιθανότητα στο εκατομμύριο, να εγκαθιδρύσει το Ισλάμ ένα νέο χαλιφάτο στη Δυτική Ευρώπη και είναι καιρός και για τους Μουσουλμάνους να προσαρμοστούν στην εποχή μας και να αναγνωρίσουν το μη αναστρέψιμο της γυναικείας χειραφέτησης, να αναγνωρίσουν επίσης ότι δεν αποτελεί όνειδος το να παραμένει κάποιος απαθής στο ερώτημα αν ο Μωάμεθ είναι ή όχι ο μοναδικός προφήτης του Θεού, ότι όταν μια θρησκεία είναι αληθινά σπουδαία, δεν έχει καμία απολύτως σημασία αν οι άνθρωποι ζωγραφίζουν εικόνες του προφήτη της. Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί όσο οι Μουσουλμάνοι αισθάνονται δαιμονοποιημένοι, όσο η ίδια η αίσθηση της ταυτότητάς τους και του συνανήκειν δημιουργείται από ένα αίσθημα απόρριψης και κατωτερότητας. Ένας από τους λόγους που το ρωμαϊκό σύστημα λειτούργησε τόσο καλά ήταν ότι οι διαφορετικές φυλές και θρησκείες ενέπνεαν την περιέργεια και το σεβασμό, και όχι την παράνοια. Αυτό είναι το όραμα που αξίζει να αναβιώσει. Ένα όνειρο που αξίζει να γίνει πραγματικότητα, όχι μόνο επειδή διατηρεί την ελπίδα της επανένωσης των δυο μισών της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας γύρω από τη Μεσόγειο. Αν μπορέσουμε να επιτύχουμε μια συμφιλίωση ανάμεσα στο Ισλάμ και τον Χριστιανισμό, υποθέτω ότι θα σώσουμε και τις ζωές αθώων ανθρώπων όπως η Αδελφή Λιονέλλα.

Όποιες αντιρρήσεις κι αν έχει κανείς μ’ αυτή την προσέγγιση, δεν μπορεί να μην παραδεχτεί ότι οδηγεί σε μια καλύτερη ζωή και έναν καλύτερο κόσμο πέρα από εθνικισμούς και μισαλλοδοξίες. Και μπορούμε να το επιτύχουμε αυτό χωρίς να προστρέξουμε σε μια αμφισβητούμενη και ύποπτη έννοια (η πολυπολιτισμικότητα είναι εφεύρημα της αμερικανικής πολιτικής), αλλά ανατρέχοντας στη δική μας εθνική ιστορία, χωρίς να αναγκαστούμε να την υποτιμήσουμε, για να μην δυσαρεστήσουμε τους γείτονές μας, όπως επιβάλλουν οι καλοί τρόποι της πολυπολιτισμικότητας. Επιπλέον δε θα χρειαστεί σε μια άλλη πράξη αβροφροσύνης να αναζητήσουμε παραδείγματα συμβίωσης στη δεσποτική και θεοκρατική Οθωμανική Αυτοκρατορία, για να συνειδητοποιήσουμε ότι μπορούμε να συμβιώσουμε αρμονικά με τον άλλο, τον διαφορετικό. Γιατί τελικά περί αυτού πρόκειται: η ιστορία πάντα χρησιμοποιείται ιδεολογικά, για τη συγκρότηση της ταυτότητας ενός λαού και του οράματός του για το μέλλον. Και μ’ αυτη την προοπτική εντάσσεται στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα μιας χώρας. Αλλιώς δεν ενδιαφέρει κανέναν παρά μόνο μια χούφτα μίζερων ακαδημαϊκών.

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails