Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

Η Ελλάδα στην κόψη του ξυραφιού: μια κριτική της πολυπολιτισμικότητας

Σε προηγούμενη ανάρτησή μου σχετικά με τις απόψεις της ειδικού γραμματέως του Υπουργείου Παιδείας, Θάλειας Δραγώνα, είχα επισημάνει ότι το ιδεολογικό στήριγμα αυτών των απόψεων βρίσκεται στην έννοια της πολυπολιτισμικότητας. Στην Ελλάδα αυτή η έννοια μπορεί να φαντάζει προοδευτική και εκσυγχρονιστική, αλλά στην Ευρώπη και στην Αμερική έχει διανύσει μια ζωή πενήντα χρόνων περίπου. Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα έχει συντελέσει σε σημαντικές πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές και έχει προκαλέσει ποικίλες πνευματικές και καλλιτεχνικές ζυμώσεις. Καθώς λοιπόν έχει δοκιμαστεί και στη θεωρία αλλά και στην πράξη, καλό θα ήταν, πριν την εισαγάγουμε στην ελληνική πραγματικότητα, να δούμε πως αξιολογήθηκαν σ’ αυτές τις χώρες τα αποτελέσματά της – πράγμα το οποίο θα επιχειρήσω να κάνω εν μέρει εδώ ασχολούμενος κυρίως με την κριτική που έχει ασκηθεί σ’ αυτή την έννοια.

Η κριτική προέρχεται και από δεξιά και από αριστερά. Οι δεξιοί επιμένουν στην απειλή της εθνικής παράδοσης και ταυτότητας, οι αριστεροί επικεντρώνονται στην απειλή της κοινωνικής συνοχής, οι πρώτοι αναμετρούνται με φαντάσματα, οι δεύτεροι με την πραγματικότητα. Η συντηρητική κριτική μάλιστα, στην Αμερική, έχει φτάσει να παραλληλίζει την πολυπολιτισμικότητα με τον μαρξισμό επισείοντας για μια ακόμα φορά το φάντασμα του κομμουνισμού (δες για παράδειγμα το άρθρο του Frank Ellis εδώ - στην Ελλάδα μια ανάλογη αντίδραση θα ήταν να παρουσιαστεί η πολυπολιτισμικότητα ως απειλή για τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη αναβιώνοντας ένα άλλο φάντασμα, αυτό του ελληνοχριστιανισμού). Η αριστερή κριτική, από την άλλη, προβληματίζεται για τον κατακερματισμό της κοινωνίας που έχει επιφέρει η πολυπολιτισμικότητα, και κατά συνέπεια για τον κατακερματισμό των κοινωνικών αγώνων και των διεκδικήσεων. Επιλογή μου εδώ είναι να παρουσιάσω αυτό τον προβληματισμό καθώς τον θεωρώ ως την πιο σοβαρή προσέγγιση του ζητήματος.

Το αίτημα της πολυπολιτισμικότητας για μια χώρα φαντάζει επιτακτικό από τη στιγμή που αυτή η χώρα προσαρμοζόμενη στις σύγχρονες πολιτικές και οικονομικές συνθήκες ανοίγεται προς τον κόσμο και γίνεται χώρα υποδοχής μεταναστών. Οι υποστηρικτές της πολυπολιτισμικότητας ζητούν από το κράτος να δει αυτή την ποικιλομορφία ως κοινό αγαθό, οι αντίπαλοι τη χρησιμοποιούν για να ταχθούν εναντίον της μετανάστευσης και συχνά υπέρ του επαναπατρισμού των μεταναστών. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα με την πολυπολιτισμικότητα: αντί να παρουσιάζεται ως επίσημη ανταπόκριση στην απαίτηση της κοινωνικής βάσης μιας χώρας (όπως εκπροσωπείται από τις διάφορες εθνοτικές κοινότητες), η πολυπολιτισμικότητα έχει επιβληθεί από πάνω, ως προϊόν πολιτικών που θεσμοθετούν οι εθνικές κυβερνήσεις προκειμένου να εκτονώσουν την ένταση που προκαλείται από τις ρατσιστικές συμπεριφορές της κυρίαρχης ιδεολογίας. Συχνά όμως το αποτέλεσμα των κρατικών αυτών πολυπολιτισμικών πολιτικών είναι μια κοινωνία που διακρίνει και διαχωρίζει περισσότερο από τον παρωχημένο ρατσισμό. Αυτό υποστηρίζει ο Kenan Malik στο άρθρο του «The trouble with multiculturalism», που διαπιστώνει ότι ο υπερτονισμός της διαφορετικότητας των εθνοτικών μειονοτήτων συνεπάγεται όξυνση των φυλετικών σχέσεων.

Στη συνέχεια ο Malik κάνει μια ιστορική αναδρομή στην έννοια της πολυπολιτισμικότητας εντοπίζοντας την αρχή της στη μεταπολεμική Βρετανία της δεκαετίας του 1950 – αναδρομή που θα παρακολουθήσουμε σε αδρές γραμμές μια που κατά τη γνώμη μου μπορούν να γίνουν οξυδερκείς παραλληλισμοί και να αντληθούν χρήσιμα συμπεράσματα για μια χώρα -την Ελλάδα- που άρχισε αρκετά αργά (από τη δεκαετία του 1990) να βιώνει ανάλογες καταστάσεις.

Στη Βρετανία, τη δεκαετία του 1950, η άφιξη μαύρων μεταναστών από την Ινδία, το Πακιστάν και την Καραϊβική, καλωσορίστηκε ως εισροή νέας εργατικής δύναμης αλλά ταυτόχρονα προβλημάτισε για την αρνητική επίδραση που θα μπορούσε να έχει στην παραδοσιακή έννοια της «βρετανικότητας». Η βρετανική ελίτ εκείνης της εποχής, λέει ο Malik, κατανοούσε τον εαυτό της και την ταυτότητά της μέσα από την έννοια της φυλής και η αθρόα μετανάστευση από τις αποικίες απειλούσε να διατάραξει τη φυλετικά προσδιορισμένη έννοια της ταυτότητας. Η βρετανική ταυτότητα έπρεπε να επαναδιατυπωθεί έτσι ώστε να συμπεριλάβει και την παρουσία των μαύρων πολιτών της χώρας.

Έτσι τη δεκαετία του 1960 εφαρμόστηκε μια διπλή στρατηγική απέναντι στους μετανάστες: από τη μια μεριά, επιβλήθηκαν αυστηροί έλεγχοι εισόδου μαύρων μεταναστών στη χώρα και, από την άλλη, θεσμοθετήθηκε ένα πλαίσιο νομιμοποίησης που στόχευε στην απαλοιφή των φυλετικών διακρίσεων και στην ενσωμάτωση των μαύρων μεταναστών στην βρετανική κοινωνία. Μ’ αυτό τον τρόπο, στη Βρετανία, το πρόβλημα των φυλετικών σχέσεων αντιμετωπίστηκε όχι τόσο ως πρόβλημα φυλετικών διακρίσεων, όσο ως πρόβλημα πολιτισμικών διαφορών.

Όμως, η πρώτη γενιά των μαύρων μεταναστών δεν ενδιαφερόταν τόσο πολύ για τη διατήρηση των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων της όσο αγωνιζόταν για πολιτική ισότητα και στον πυρήνα αυτού του αγώνα ήταν η ουσιαστική εξομοίωση των μεταναστών με τον ντόπιο πληθυσμό, οι κοινές ελπίδες και αξίες, τα κοινά οράματα, και όχι η επισήμανση των αγεφύρωτων διαφορών. Προκειμένου λοιπόν να διασκεδάσουν τα αμιγώς πολιτικά αίτηματα των μαύρων, οι διεκδικήσεις των οποίων αποτελούσαν απειλή για τη σταθερότητα του πολιτικού συστήματος και της έννομης τάξης στις πόλεις, οι αρχές της Βρετανίας έφεραν στο προσκήνιο τις πολιτικές της πολυπολιτισμικότητας. Έτσι εκατομμύρια λίρες δόθηκαν σε οργανώσεις των τοπικών κοινοτήτων προκειμένου να ενσωματώσουν τα μέλη τους στην βρετανική κοινωνία. Πυρήνας όμως αυτής της στρατηγικής ενσωμάτωσης δεν ήταν παρά ένας επαναπροσδιορισμός του ρατσισμού: ο ρατσισμός τώρα δεν ορίζεται ως άρνηση των ίσων δικαιωμάτων αλλά ως άρνηση του δικαιώματος να είσαι διαφορετικός. Από την άλλη όμως, η αντίδραση σ’ αυτή την στρατηγική ενσωμάτωσης, έδωσε έμφαση στη διαφορετικότητα των μεταναστών και στην ελεύθερη έκφραση των πολιτισμικών ιδιατεροτήτων τους και οδήγησε στο μετασχηματισμό του νοήματος της ισότητας: από το να εξασκεί κανείς τα ίδια δικαιώματα με όλους τους άλλους, περνάμε στην εξάσκηση διαφορετικών διακαιωμάτων, κατάλληλων για διαφορετικές κοινότητες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 οι πολιτικές αντιπαραθέσεις που κυριάρχησαν στον αγώνα εναντίον του ρατσισμού στις δεκαετίες του 1960 και 1970 μετασχηματίστηκαν σε διαμάχες πάνω σε πολιτισμικά θέματα. «Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις ενώνουν διαπερνώντας επί μέρους εθνικές και πολιτισμικές δομές, οι πολιτισμικές αντιπαραθέσεις αναπόφευκτα κατακερματίζουν», επισημαίνει ο Malik. Και από τη στιγμή που οι κρατικές επιχορηγήσεις συνδέθηκαν με την πολιτισμική ταυτότητα, διάφορες εθνοτικές ομάδες άρχισαν να κατοχυρώνουν με ακόμη περισσότερο ζήλο τις πολιτιστικές τους ιδιαιτερότητες. «Η μετατόπιση από την πολιτική στην πολιτισμική αρένα οδήγησε στην κατοχύρωση παλαιών διαχωρισμών και στη δημιουργία νέων», καταλήγει ο Malik. Αντί λοιπόν να αντιμετωπίσουν κατά μέτωπο τα προβλήματα της φυλετικής ανισότητας, του κοινωνικού αποκλεισμού και της πολιτικής δυσαρέσκειας, οι αρχές της Βρετανίας ενθάρρυναν τις εθνοτικές ομάδες να ακολουθήσουν «παράλληλες ζωές».

Στη δεκαετία του 1990 η πολυπολιτισμικότητα από μια απάντηση στον αγωνιστικό αντιρατσισμό κατέληξε να γίνει μια γενική συνταγή για την κοινωνία. Με τον ίδιο τρόπο η βρετανική ταυτότητα, που τη δεκαετία του 1950 διατυπωνόταν με φυλετικούς όρους, στη δεκαετία του 1990 αμφισβητήθηκε άμεσα και μετασχηματίστηκε σε ικανότητα να ανέχεσαι τις διαφορετικές ταυτότητες.

Έτσι η πολυπολιτισμικότητα συνέβαλε στο να διαχωρίσει την κοινωνία πολύ πιο αποτελεσματικά από ό,τι ο ρατσισμός. «Βεβαίως», λέει ο Malik, «ο ρατσισμός δημιούργησε βαθιές διαιρέσεις, αλλά βοήθησε στη γέννηση πολιτικών αγώνων εναντίον των διακρίσεων, αποτέλεσμα των οποίων ήταν να δημιουργηθούν γέφυρες ανάμεσα στις εθνοτικές, φυλετικές και πολιτισμικές ομάδες μιας κοινωνίας. Η πολυπολιτισμικότητα, από την άλλη, δεν παγίωσε απλώς αυτές τις διαιρέσεις που δημιούργησε ο ρατσισμός, αλλά έκανε την διαπολιτισμική συνεννόηση ακόμη πιο δύσκολη γιατί ενθάρρυνε τους ανθρώπους να διατρανώσουν τις πολιτισμικές τους διαφορές».

Ο Malik εντοπίζει την αποτυχία της πολυπολιτισμικότητας στην αδυναμία της να κατανοήσει την ουσία της πολιτισμικής ποικιλομορφίας. Η ποικιλομορφία, επισημαίνει, «είναι σημαντική γιατί μας επιτρέπει να αντιπαραθέσουμε και να συγκρίνουμε διαφορετικές αξίες, πεποιθήσεις και τρόπους ζωής, να διατυπώσουμε κρίσεις για αυτά και να αποφασίσουμε ποιά είναι καλύτερα και ποια χειρότερα. Είναι σημαντική, με άλλα λόγια, γιατί μας επιτρέπει να εμπλακούμε στον πολιτικό διάλογο και την αντιπαράθεση που μπορεί να βοηθήσει τη δημιουργία ακόμη πιο οικουμενικών αξιών και πεποιθήσεων. Αλλά αυτόν ακριβώς το διάλογο και αυτή την αντιπαράθεση και τη διατύπωση αυτών των κρίσεων, η πολυπολιτισμικότητα προσπαθεί να καταπιέσει στο όνομα της «ανεκτικότητας» και του «σεβασμού»... Το αποτέλεσμα δεν είναι μια μεγαλύτερη ευαισθησία στις πολιτισμικές διαφορές αλλά μια αδιαφορία για τις ζωές των άλλων ανθρώπων, μια αδιαφορία που βρίσκεται στον πυρήνα των «παράλληλων κόσμων» που κατοικούνται από διαφορετικές κοινότητες... Η πολιτισμική ποικιλομορφία αποκτά σημασία μόνο μέσα σ’ ένα πλαίσιο κοινών αξιών και πεποιθήσεων που μας καθιστά ικανούς να μεταχειριστούμε ισότιμα όλους τους ανθρώπους. Και για να δημιουργήσουμε ένα τέτοιο πλαίσιο απαιτεί να είμαστε λίγο περισσότερο μη-ανεκτικοί και να δείξουμε λίγο λιγότερο σεβασμό».

Αναφέρθηκα εκτενώς στο παράδειγμα της Βρετανίας – κάποιος θα μπορούσε να αναφερθεί σε κάποια άλλη χώρα της Δύσης- γιατί πιστεύω ότι η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται σε μια ανάλογη θέση στην οποία βρέθηκε δεκαετίες πριν η Βρετανία και μπορούμε έτσι να εξαγάγουμε πολύτιμα συμπεράσματα και να σταθμίσουμε τη δική μας πολιτική απέναντι στο πρόβλημα. Το κύριο θέμα που πρέπει να μας απασχολήσει είναι το τι κοινωνία θέλουμε να φτιάξουμε. Θέλουμε να ενσωματώσουμε τους μετανάστες στην ελληνική κοινωνία με τον τρόπο που προσπάθησε να το κάνει αμέσως μετά τον πόλεμο η Βρετανία, καλώντας τους να εγκαταλείψουν τις πολιτισμικές τους ιδιαιτερότητες; Θέλουμε να διατηρήσουν αυτές τις ιδιαιτερότητες κατακερματίζοντας την ελληνική κοινωνία σε μια σειρά από ίσες κουλτούρες και υποβαθμίζοντας μοιραία τον δικό μας πολιτισμό σε μια απ’ αυτές; Ή θέλουμε να καλέσουμε σε διάλογο όλους τους άλλους πολιτισμούς αναγνωρίζοντας την εξέχουσα θέση του δικού μας, προκειμένου να επαναδιατυπώσουμε νέες οικουμενικές αρχές;

Μπορεί αυτά τα ερωτήματα να ακούγονται περίεργα αλλά, πιστέψτε με, είναι αυτά που πρέπει να μας αποσχολήσουν όταν καταπιανόμαστε με το θέμα των μεταναστών. Εμείς όμως αντί να προβληματιστούμε πάνω σ’ αυτά, καταφεύγουμε σε αποσπασματικές και σπασμωδικές κινήσεις δήθεν μεταναστευτικής πολιτικής: επιχειρήσεις σκούπα της αστυνομίας, αυστηροποίηση του νομοθετικού πλαισίου για την είσοδο των μεταναστών στη χώρα, στρατόπεδα συγκεντρώσεως παράνομων μεταναστών, απελπισμένες φωνές για ευρωπαϊκή βοήθεια... Και πολύ φοβάμαι ότι της ίδιας τάξης είναι και το θέμα της ιθαγένειας που συζητιέται τελευταία.

Πιστεύω ότι βάση για τον διάλογο με τους άλλους πολιτισμούς πρέπει να είναι ο δυτικός πολιτισμός, που στηρίζεται στις κατακτήσεις του Διαφωτισμού και στις αξίες του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού. Στόχος του διαλόγου είναι να επαναδιατυπώσει αυτές τις αξίες για όλη την ανθρωπότητα. Μπορεί να ακούγεται ευρωπαϊκοκεντρικό ή ελληνοκεντρικό, αλλά είναι απαραίτητο να δεχτούμε την εξέχουσα θέση του δυτικού πολιτισμού σ’ αυτή την ιστορία, που παρά τις αδυναμίες του εξακολουθεί να εμπνέεται από τις ιδέες της νεοτερικότητας, της οικουμενικότητας και της προόδου – ιδέες που μπορεί να μας οδηγήσουν σε μια καλύτερη ζωή και μια καλύτερη κοινωνία. Για αυτό το θέμα θα επανέλθω με μια νεότερη ανάρτηση σύντομα, στην οποίο θα μεταφράζω το άρθρο του Kenan Malik, «Όλες οι κουλτούρες δεν είναι ίσες», το οποίο μπορείτε να διαβάσετε στα αγγλικά εδώ. Αν αναρωτιέστε ποιος είναι ο Kenan Malik επισκεφτείτε την ιστοσελίδα του.

Την ενδιαφέρουσα συζήτηση πάνω σ' αυτή την ανάρτηση μπορείτε να την παρακολουθήσετε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails