Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Ποιος Καβάφης;


Και ξαφνικά η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να ανακηρύξει το 2013 σε έτος Καβάφη –γιορτάζοντας τα 150 χρόνια από τη γέννησή του. Το πρόβλημα με τέτοιου είδους ανακηρύξεις, με βραβεύσεις ή με την ένταξη στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα είναι ότι όλα αυτά απομυζούν  από τον ποιητή –τον κάθε ποιητή- και από την ποίηση τον όποιο ριζοσπαστισμό ή/και επαναστατικότητα  διαθέτει. Η θέσμιση ενός ποιητή αποσιωπά κάποιες πλευρές του έργου του που μας φέρνουν σε αμηχανία και δεν συνάδουν με το πνευματικό, εκπαιδευτικό, ακαδημαϊκό, κοινωνικό πρότυπο, που αυτός καλείται να ενσαρκώσει. Ο Σεφέρης για παράδειγμα, κορυφαίος ποιητής, παγκόσμια καταξιωμένος –όση καταξίωση φέρνει το Νομπέλ- πνευματικός ηγέτης σε δύσκολες για την Ελλάδα ιστορικές στιγμές, απαραίτητος σε κάθε σχολικό εγχειρίδιο και πανεπιστημιακή διδασκαλία –αλήθεια πως συμβιβάζεται αυτό το πρότυπο με το παρακάτω γράμμα προς τη γυναίκα του, Μαρώ;
                                                            

 Αθήνα, Κυριακή πρωί
 29 Σεπτεμβρίου, 1940

 Μόλις πήρα το πρωινό μου και διάβασα το γράμμα σου. Ανάσανα που ξέρω πως έρχεσαι την Παρασκευή. Δεν ξέρεις πως σε περιμένω. Γιατί αυτές τις μέρες σ' έχω φρικτά επιθυμήσει. Τι τα θέλεις, σε στερήθηκα όλο το καλοκαίρι και γιατί ήσουν μακριά μου και γιατί ίσως, μ' όλες αυτές τις ανόητες ιστορίες, κι όταν ήσουν ακόμα κοντά μου, δεν σε είχα όπως ήθελα.

 Όλο μου το σώμα πονεί από επιθυμία. Σκέφτομαι πως μπορεί να σε κρατήσω γυμνή πάνω μου και όλα χάνουνται, όπου και να βρίσκομαι, ό,τι και να κάνω. Είναι αστείο κάποτε να βλέπω τον εαυτό μου σαν έναν υπνοβάτη ή σαν έναν τυφλό που σε ψάχνει με τις παλάμες απλωμένες και με τα μάτια κλειστά. Είμαι ελεεινά καυλωμένος, χρυσό, και δε σκέφτομαι τίποτε άλλο παρά πως θα σε γαμήσω ατελείωτα μια ολόκληρη νύχτα.

 Και δεν μπορώ να σου το γράψω αλλιώς.


 Γιώργος

 Υ.Γ. Γράψε μου δυο λόγια μόλις λάβεις το γράμμα.
 Και μην ξεχνάς να γράφεις σωστά τη διεύθυνση μου.

Σοκαριστικό; -ανθρώπινο όμως.

Ή πώς συμβιβάζονται οι εμβληματικές για τη γαλλική λογοτεχνία φιγούρες των Πολ Βερλέν και Αρθούρου Ρεμπό με το «Σονέτο της Κωλοτρυπίδας»;

Sonnet du Trou du Cul

Obscur et froncé comme un oeillet violet,
Il respire, humblement tapi parmi la mousse
Humide encor
 d'amour qui suit la fuite  douce
Des Fesses blanches jusqu'au coeur de son ourlet.


Des filaments pareils à des larmes de lait
Ont pleuré, sous l'autan cruel qui les repousse
A travers de petits caillots de marne rousse,
Pour s'aller perdre où la pente les appelait.


Mon Rêve s'aboucha souvent à sa ventouse;
Mon âme, du coït matériel jalouse,
En fit son larmier fauve et son nid de sanglots.


C'est l'olive pâmée, et la flûte caline
C'est le tube où descend la céleste praline:
Chanaan féminin dans les moiteurs enclos!


Προκλητικό; -πολύ ανθρώπινο όμως.

Τελικά, εκείνο που κάνει η ενσωμάτωση ενός ποιητή στο σύστημα είναι να ακρωτηριάζει τα πάθη και  τις ορμές του, να καταβροχθίζει τη σάρκα και να ρουφά το αίμα του ώστε να τον προσφέρει κεκαθαρμένο –πνεύμα ατόφιο- στο κοινωνικό σύνολο πάνω σ’ ένα ιδεατό βάθρο. Τελικά η ενσωμάτωση καταντάει απο-σωμάτωση. Ή για να το πω καλύτερα: η ενσωμάτωση στο σύστημα προϋποθέτει την αποσωμάτωση του ποιητή. Είναι μια διαδικασία κατά την οποία ο ποιητής αποσχηματίζεται από τον σαρκικό του εαυτό και ενδύεται ένα νέο σχήμα, αυτό του πνευματικού ανθρώπου.

Έτσι και με τον Καβάφη. Τον έχουμε ονομάσει ιστορικό –και διαβάζουμε απερίσκεπτα «Στα 200 π.Χ.», τον έχουμε πει φιλοσοφικό/ηθικό/διδακτικό –και δεν μας προκαλεί καμιά έκπληξη η «Ιθάκη». Ακόμη και τη σεξουαλική του ταυτότητα αποδεχθήκαμε υπό την κατηγορία ηδονικός/ερωτικός –και μπορούμε να διαβάζουμε χωρίς αμηχανία το «Ένας θεός των». Και αυτό που μερικές δεκαετίες πριν φάνταζε ως ρηξικέλευθο, ο πολιτικός Καβάφης της «27ης Ιουνίου», έχει γίνει μια απλή σύμβαση. (Αναφέρομαι στο ποίημα «27 Ιουνίου 1906, 2 μ.μ.», όπου ο Καβάφης καταγγέλλει την εκτέλεση από τον αγγλικό στρατό κατοχής επτά αιγυπτίων ως αντίποινα για τον τυχαίο, όπως αποδείχθηκε, θάνατο ενός άγγλου στρατιώτη)

Ως εδώ καλά. Τι γίνεται όμως με τον Καβάφη των μεγάλων παθών; -όπως τα κατέγραψε σε δυο από τα «Κρυμμένα» ποιήματα;

Πάθος πρώτο: αυνανισμός

Ανθοδέσμαι

Άψινθος, δάτουρα, και υποκύαμος,
ακόνιτον, ελλέβορος, και κώνειον-
όλ’ αι πικρίαι και τα δηλητήρια-
τα φύλλα των και τ’ άνθη τα φρικτά θα δώσουν
δια να γίνουν αι μεγάλαι ανθοδέσμαι
που θα τεθούν επί του φαεινού βωμού-
α, του λαμπρού βωμού εκ λίθου Μαλαχίτου-
του Πάθους του φρικτού και του περικαλλούς.

Πάθος δεύτερο: αλκοολισμός

Μισή ώρα

Μήτε σε απέκτησα, μήτε θα σε αποκτήσω
ποτέ, θαρρώ. Μερικά λόγια, ένα πλησίασμα
όπως στο μπαρ προχθές, και τίποτε άλλο.
Είναι, δεν λέγω, λύπη. Αλλά εμείς της Τέχνης
κάποτε μ’ έντασι του νου, και βέβαια μόνο
για λίγην ώρα, δημιουργούμεν ηδονήν
η οποία σχεδόν σαν υλική φαντάζει.
Έτσι στο μπαρ προχθές –βοηθώντας κιόλας
πολύ ο ευσπλαχνικός αλκοολισμός-
είχα μισή ώρα τέλεια ερωτική.
Και το κατάλαβες με φαίνεται,
κ’ έμεινες κάτι περισσότερον επίτηδες.
Ήταν πολλή αναγκη αυτό. Γιατί
μ’ όλην την φαντασία, και με το μάγο οινόπνευμα,
χρειάζονταν να βλέπω και τα χείλη σου,
χρειάζονταν νά ‘ναι το σώμα σου κοντά.

Πώς αντιμετωπίζουμε τον ποιητή-πνευματικό ταγό, όταν η γραφή δια/γράφει τόσο βασανιστικά το σώμα; Όταν ο ίδιος ο ποιητής μας προ(σ)καλεί να τον κρίνουμε από τα κρυμμένα και όχι από τα φανερά;

Κρυμμένα

Απ’ όσα έκαμα κι απ’ όσα είπα
να μη ζητήσουνε να βρουν ποιος ήμουν.
Εμπόδιο στέκονταν και μεταμόρφωνε
τες πράξεις και τον τρόπο της ζωής μου.
Εμπόδιο στέκονταν και σταματούσε με
πολλές φορές που πήγαινα να πω.
Οι πιο απαρατήρητές μου πράξεις
και τα γραψίματά μου τα πιο σκεπασμένα-
από εκεί μονάχα θα με νιώσουν.
(...)

Η αλήθεια είναι ότι γι’ αυτήν την εξιδανίκευση του ποιητή, για την ανύψωση του σωματικού στο πνευματικό –την πορεία μας τη δίνει ο ίδιος ο ποιητής με τη χρήση του πιο δημιουργικού εργαλείου της ποίησης, της φαντασίας (όπως την ορίζει ο Σέλεϊ για παράδειγμα). Προσέξτε πως μετουσιώνεται σε ποίηση ένα πραγματικό γεγονός ανάλογο με αυτό που είδαμε πρωτύτερα στο μπαρ. Θα ξεκινήσω ανάποδα, από την τελευταία καταγραφή:

Ο Γενάρης του 1904

Α οι νύχτες του Γενάρη αυτουνού,
που κάθομαι και ξαναπλάττω με τον νου
εκείνες τες στιγμές και σ’ ανταμώνω,
κι ακούω τα λόγια μας τα τελευταία κι ακούω τα πρώτα.

Απελπισμένες νύχτες του Γενάρη αυτουνού,
σαν φεύγ’ η οπτασία και μ’ αφήνει μόνο.
Πως φεύγει και διαλύεται βιαστική-
πάνε τα δένδρα, πάνε οι δρόμοι, παν’ τα σπίτια, παν’ τα φώτα∙
σβήνει και χάνετ’ η μορφή σου η ερωτική.

Για να συντελεστεί αυτή η εξαϋλωση χρειάζεται μια διαδικασία μετασχηματισμού, που βλέπουμε στην αμέσως προηγούμενη καταγραφή:


Ο Δεκέμβρης του 1903

Κι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω-
αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια∙
όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,
ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου,
οι μέρες του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου,
τες λέξεις και τες φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν
εις όποιο θέμα κι αν περνώ, όποιαν ιδέα κι αν λέγω.

Το ποίημα στηρίζεται σε μια διαδικασία αποσχηματισμού του πραγματικού -σωματικού- και μετασχηματισμού στα σχήματα της γλώσσας. Είναι ένα αρνητικό (ο όρος από τη φωτογραφία) του σώματος από το οποίο μένει μόνο η φιγούρα (το πρόσωπο στην ψυχή) και ο ήχος (η φωνή στο μυαλό). Αντίθετα, τονίζονται εμφατικά οι λέξεις και οι φράσεις, το θέμα και η ιδέα- βρισκόμαστε ήδη μέσα στο εργαστήρι του ποιητή. Καί τώρα το πραγματικό, σωματικό, γεγονός του Σεπτεμβρίου:


Ο Σεπτέμβρης του 1903

Τουλάχιστον με πλάνες ας γελιούμαι τώρα∙
την άδεια την ζωή μου να μη νιώθω.

Και ήμουνα τόσες φορές τόσο κοντά.
Και πως παρέλυσα, και πως δειλίασα∙
γιατί να μείνω με κλειστά τα χείλη∙
και μέσα μου να κλαίει η άδεια μου ζωή,
και να μαυροφορούν οι επιθυμίες μου.

Τόσες φορές τόσο κοντά να είμαι
στα μάτια, και στα χείλη τα ερωτικά,
στ’ ονειρεμένο, το αγαπημένο σώμα.
Τόσες φορές τόσο κοντά να είμαι.

Τελικά, στο υπόστρωμα της ποίησης βρίσκεται το σώμα, και αυτο είναι που αποσιωπάται στο επίσημο, θεσμοθετημένο πρότυπο του ποιητή. Και τι γίνεται όταν, παρόλα αυτά, στο γερά θεμελιωμένο οικοδόμημα της φαντασίας, το σώμα ξεπροβάλλει που και που βασανιστικά; -τότε θα μιλήσουμε για τον ρεαλιστή Καβάφη και θα συνεχίσουμε να διαβάζουμε τις «Μέρες του 1908» χωρίς καμιά αμηχανία.


Tips για περισσότερη ανάλυση

Για τη φαντασιακή θέσμιση του ποιητή, δες Κορνήλιο Καστοριάδη.

Για τη φαντασία, δες Shelley.

Για τη σχέση σώμα/γραφή, δες Roland Barthes

Για τη σχέση εμπειρία/γλώσσα, δες Paul De Man

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails